Πνευματική ιδιοκτησία

Πνευματική ιδιοκτησία

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Οι ζωές των άλλων... Νο 1, η Ελενάρα...



                         Η Ελενάρα.

Η αλήθεια δεν πρέπει να φτιασιδώνεται, να μαγειρεύεται, πρέπει να είναι ωμή, πονάει αλλά λυτρώνει.

Μερικοί άνθρωποι πόνεσαν πολύ στη ζωή τους είτε από δικά τους λάθη είτε επειδή τους αδίκησε η κοινωνία.
                                                                  Κλεισθένης.
---------------------------=====================-------------------
                                    Πρόλογος.
---------------------------------------------------------------------------------
Η μυθοπλασία που ακολουθεί είναι η εξιστόρηση μιας περίεργης σχέσης ενός νεαρού με μια ηλικιωμένη. Η σχέση μπορεί να χαρακτηριστεί ερωτική με την ευρεία έννοια της λέξης. Δεν αγκαλιάζονται ούτε φιλούνται ερωτικά, δεν κάνουν σεξ. Δεν είναι κτητικοί ο ένας για τον άλλο. Ο ερωτισμός είναι σε άλλο επίπεδο.
Είχα σοβαρό πρόβλημα με την γλώσσα. Η Ελενάρα, το κεντρικό πρόσωπο μιλούσε την αργκώ, τη μάγκικη γλώσσα και ήταν αθυρόστομη. Απέφυγα να χρησιμοποιήσω στους διαλόγους τις μάγκικες λέξεις. Για όσους τυχόν το διάβαζαν και δεν ήξεραν τα μάγκικα θα ήταν πολύ δύσκολη η ανάγνωση. Θα έπρεπε κάθε λίγο να τρέχουν στις δεκάδες παραπομπές για την ερμηνεία. Ωστόσο κράτησα μερικές λέξεις της αργκώ, όσες είναι ευρύτερα γνωστές. Οι διάλογοι σίγουρα θα ήταν καλύτεροι αν χρησιμοποιούσα την αργκώ αλλά η αδυναμία κατανόησής της με ανάγκασε να μην την χρησιμοποιήσω. Όσον αφορά την αθυροστομία, απέφυγα να χρησιμοποιήσω αυτούσια όσα έλεγε, σκοπός μου δεν είναι να προκαλέσω.



-------------------=========================--------------------
                                 Εισαγωγή.
-------------------------------------------------------------------------------
 

Γράφτηκα στην Πάντειο, μένω σ' ένα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας, ψάχνω να βρω κανένα διαμερισματάκι, φτηνό, να ταιριάζει με όσα θα μου στέλνει ο πατέρας μου. Δεν είμαστε δα και πλούσιοι. Ο πατέρας μου είναι δάσκαλος στην επαρχιακή πόλη που μένουμε. Έχει κάνει όμως το κουμάντο του, έχει βάλει στην άκρη μερικά λεφτά για να σπουδάσω, είναι νοικοκύρης. Ψάχνω, ψάχνω αλλά τίποτε, μόνο κάτι υπόγεια βρίσκω. Τα διαμερισματάκια δεν τα νοικιάζουν σε φοιτητές.
Στην σχολή μου είπε κάποιος αν θέλω να βρω φτηνό ενοίκιο να πάω στο Μεταξουργείο. Το παίρνω με το πόδι και φτάνω στην πλατεία. Βλέπω ένα καφενείο. Μπαίνω μέσα, λιγοστοί πελάτες, όλοι τους ηλικιωμένοι. Ρωτάω τον καφετζή μήπως και ξέρει να νοικιάζεται διαμέρισμα για φοιτητές. Όχι μου λέει, πέρνα αύριο το πρωί, να ρωτήσω κι αν βρώ θα 'σαι τυχερός.
Το άλλο πρωί να 'μαι πάλι στο καφενείο, τίποτε μου λέει ο καφετζής. Τότε ακούω μια φωνή.

 

"Ε, λεβέντη."
 

Γυρνάω, είναι ένα γεροντάκι. Έχει κάτασπρα μαλλιά και ένα μουστακάκι.
 

"Έλα παππού."
 

"Άκουσα ψάχνεις να νοικιάσεις, μόνος σου είσαι;"
 

"Ναι παππού, μόνος μου, σπουδάζω."
 

"Πως σε λένε;"
 

"Μάκη, Γεράσιμο."
 

Σηκώνεται και μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω. Τον παίρνω στο κατόπι. Σε λίγο φτάνουμε.
 

"Αυτό είναι το σπίτι μου. Πάνω στο ταρατσάκι είναι το δωμάτιο, θες να το δεις;"
 

Μπαίνουμε σε μια αυλίτσα, στο πλάι του σπιτιού είναι μια σιδερένια σκάλα, ανεβαίνουμε και φτάνουμε στο ταρατσάκι.
 

"Αυτό είναι. Έλα να το δεις κι από μέσα. Ήτανε πλυσταριό της συχωρεμένης της μάνας μου, το 'φτιαξα, του κοτσάρισα ένα μπανάκι και μια κουζινούλα. Το 'χα φτιάξει για να μένω το καλοκαίρι, εδώ έχει δροσιά, τα ποδάρια μου δεν με κρατάνε πια δεν μπορώ ανέβα κατέβα την σκάλα. Εγώ μένω κάτω, κι εγώ μόνος μου είμαι."
 

Μπαίνουμε στο δωματιάκι, είναι πεντακάθαρο, το ίδιο και η κουζινίτσα και το μπανάκι. Πολύ νοικοκύρης ο γεράκος.
 

"Σου κάνει;"
 

"Ναι παππού, πολύ ωραίο είναι, πόσο το νοικιάζεις;"
 

"Τι να  νοικιάσω, ένα δωματιάκι είναι, περισσότερο στο δίνω για να 'χω κι εγώ συντροφιά, είμαι μόνος μου, μαγκούφης."
 

"Εγώ δεν θα σε ενοχλήσω παππού, μόνος μου θα μείνω, θα 'χω διαβάσματα, ο πατέρας μου περιμένει πως και πως να πάρω το πτυχίο. Τελικά πόσο είναι το νοίκι;"

Μου λέει ένα ποσό τόσο που ούτε κοτέτσι δεν νοικιάζεις. Τα χάνω. Μου εξηγεί. Δεν το νοικιάζει για τα λεφτά, έχει τη σύνταξή του, δόξα τω θεώ, θα μου το δώσει για να μην είναι μοναχός του. Θα πληρώνουμε μου λέει, το ρεύμα μισό μισό, μόνος μου εγώ μόνος σου εσύ, τι να κάψουμε. Μένουμε σύμφωνοι.
Μέσα στο δωματιάκι υπάρχει ένα ημίδιπλο κρεβάτι, ένα ξύλινο τραπέζι, δυό καρέκλες και μια ντουλάπα. Πάνω στη ντουλάπα υπάρχει μια τηλεορασούλα. Στο κουζινάκι υπάρχει ένα πετρογκάζ, και μερικά κουζινικά. Το μπάνιο έχει μια μπανιερίτσα μικρή, μια λεκάνη πεντακάθαρη κι ένα ντουλαπάκι. Είναι το σπιτάκι κουκλί. Τυχερός είμαι, να 'ναι καλά ο παππούς.
Την άλλη 'μέρα παίρνω τηλέφωνο τη μάνα μου να μου στείλει τα ρούχα μου, κανένα σεντόνι, καμιά κουβέρτα κτλ. Πάω στο πραχτορείο, παίρνω αυτά που μου 'στειλε η μάνα μου, βρίσκω το γεροντάκι στο καφενείο, μου δίνει το κλειδί, του δίνω τα λεφτά για το νοίκι. Αυτό ήταν, ταχτοποιήθηκα μιά χαρά.
Μεταξουργείο, συνοικία "κακόφημη", βάζω το κακόφημη σε εισαγωγικά γιατί δεν την έλεγα εγώ αλλά οι "καθωσπρέπει", ποιοι καθωσπρέπει δηλαδή; Όλοι αυτοί που δεν ήταν καθωσπρέπει αλλά λαμόγια του κερατά, υποκριτίλες, φτιασιδωμένοι για το δήθεν, αυτοί ονόμαζαν την συνοικία κακόφημη. "Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω." Ας είναι.
Ο γεροντάκος κάθε απόγευμα ανέβαινε στο ταρατσάκι κι έπινε το καφεδάκι του, είχε ένα τραπεζάκι σιδερένιο, σαν αυτά που είχαν παλιά τα καφενεία και δυό πάνινες πολυθρόνες. Τα πηγαίναμε μιά χαρά με τον παππού. Ένα πρωί ανέβηκε στο ταρατσάκι και μου χτυπάει την πόρτα. Του ανοίγω ξενυχτισμένος.

 

"Είσαι καλά; δεν σε είδα το πρωί κι ανησύχησα."
 

"Καλά είμαι παππού, μόνο ξενύχτης είμαι."
 

"Γιατί ξενύχτησες; ήσουνα άρρωστος; για δε μου χτύπαγες την πόρτα;"
 

"Όχι παππού, διάβαζα, έχω εξετάσεις."
 

"Πάμε μέχρι το καφενείο να σε κεράσω καφεδάκι, να σε δει λίγο ο ήλιος, θ' αρρωστήσεις."
 

"Καλά, πάμε παππού."
 

"Κυρ' Πέτρο να με λες, έτσι με λένε όλοι."
 

"Καλά κυρ' Πέτρο όπως θες."
 

Πάμε στο καφενείο, πίνουμε καφέ και αρχίζει ο κυρ' Πέτρος να μου λέει ιστορίες για την ζωή του. Ήτανε ναυτικός, είχε γυρίσει όλο τον κόσμο. Τώρα είναι συνταξιούχος και μαγκούφης, όπως έλεγε. Όταν τον ρώτησα γιατί δεν παντρεύτηκε μου είπε, η μάνα του τον συμβούλεψε όσο είναι στα καράβια, να μην παντρευτεί γιατί η γυναίκα που θα πάρει, θα τον κερατώσει. Περάσανε τα χρόνια και τελικά δεν παντρεύτηκε.
Όποτε ερχότανε για το καφεδάκι του στο ταρατσάκι, μου έλεγε ιστορίες. Έμεινε μικρός ορφανός από πατέρα, η μάνα του είχε ταβερνάκι, σ' ένα καυγά στο ταβερνάκι, πέσανε μαχαιρώματα, η μάνα του η χήρα όπως την ξέρανε όλοι, έβγαλε ένα πιστόλι κι έριξε σ' έναν,  τη βάλανε φυλακή.
Τον κυρ' Πέτρο τον πήγανε σ' ένα ίδρυμα. Μετα  πήγε στα καράβια. Μου έλεγε σε ποια λιμάνια είχε πάει, τέτοια. Όταν ήτανε ξέμπαρκος πήγαινε στον Πειραιά, τα 'τρωγε με τις πουτάνες. Μιά φορά, μπλέχτηκε σ' ένα καυγά, πέσανε πάλι μαχαιριές. Τον πιάσανε κι έκανε κάμποσο καιρό πίσω απ' τα κάγκελα.
Μετά πήγε στο Βέλγιο και δούλεψε στα ορυχεία, από 'κει τον διώξανε γιατί έδειρε έναν επιστάτη. Γύρισε στην Ελλάδα κι έκανε τον λαθρέμπορα μ' ένα καΐκι. Τον πιάσανε πάλι, ξανά στα σίδερα. Μετά έγινε νυχτοφύλακας σ' ένα εργοστάσιο. Τελικά έβγαλε μια συνταξούλα και έτσι τα βολεύει.
Ο γεράκος στα νειάτα του ήτανε σκληρό καρύδι, όλο έμπλεκε σε καυγάδες. Έτσι ήτανε εκείνα τα χρόνια μου έλεγε, πάνε αυτά τώρα , γέρασα, δεν βαστάνε τα κότσια μου.
Από τις ιστορίες που μου έλεγε ο κυρ' Πέτρος μία μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

 

"Μιά φορά Μάκη παιδί μου, έμπλεξα για τα καλά. Είχαμε ξεμπαρκάρει μαζί με ένα καμαρωτάκι. Ήτανε από χωριό, το βράδυ πήγε κι έκλεισε σ' ένα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας. Όλα του τα μιστά τα 'χε κάνει λίρες, θα τις πάγαινε στη μάνα του για προίκα της αδερφής του. Το βράδυ επειδής φοβότανε, έδωσε τις λίρες στον ξενοδόχο να τις φυλάξει. Το πρωί τις ζήτησε αλλά ο ξενοδόχος του 'πε ότι του τις έκλεψαν."
 

Συνεχίζει, "το καμαρωτάκι έκανε φασαρία, ήρθαν οι μπάτσοι, έκαναν ότι έψαχναν και του 'παν να πάει στο τμήμα, να κάνει μήνυση. Είχα κατέβει στον Περαία για καφεδάκι, βλέπω το καμαρωτάκι. Τι κάνεις εδώ το ρωτάω δεν πήγες στο χωριό σου; Εσένανε ψάχνω μου λέει. Τι έπαθες; Μου 'ξηγάει. Του λέω περίμενε εδώ. Ρωτάω τον καφετζή τι καπνό φουμάρει ο ξενοδόχος. Κουμάσι μου λέει, όπου τόνε πιάσεις λερώνεσαι. Κατάλαβα αμέσως τι είχε γίνει, ο ξενοδόχος πάγαινε να φάει τις λίρες."
 

Συνεχίζει, "Μιά και δυό πάω στο ξενοδοχείο, στο ζωνάρι είχα πάντοτες ένα κουμπούρι, Τότες στον Περαία χωρίς κουμπούρι ή διμούτσουνη δεν κυκλοφόραγες. Πάω που λες στον ξενοδόχο. Μπαίνω στο ξενοδοχείο, ήτανε ένας διάδρομος και εκεί είχε ένα πάγκο, πίσω απ' τον πάγκο καθότανε ο ξενοδόχος. Θέλω δωμάτιο του λέω, βγάζει ένα βιβλίο για να γράψει ποιος είμαι, καθώς σκύβει του χώνω μιά κουτουλιά στη μούρη, τον πήρανε τα ζουμιά. Πηδάω πίσω απ΄τον πάγκο και του χώνω το κουμπούρι κάτω απ' τη μύτη. Δώσε ρε ψευτόμαγκα τις λίρες του παιδιού, του λέω."
 

Συνεχίζει, " Ο ξενοδόχος τα 'κανε πάνω του. Ανοίγει ένα συρτάρι και μου δίνει ένα μασουράκι με λίρες. Το παίρνω και γίνομαι καπνός. Βρίσκω το καμαρωτάκι στον καφενέ, του τις δίνω και βουρ για το σπίτι. Έμεινα δυό τρεις 'μέρες μέσα κλεισμένος δεν ήξερα τι θα 'κανε ο ξενοδόχος. Αφού μπαΐλντισα μέσα στο σπίτι ξανακατέβηκα στον Περαία. Έμεινα μέχρις αργά το βράδυ. Όταν γύρναγα στο σπίτι μου, μου την πέσανε τρεις, ασφαλίτες ήτανε."
 

Συνεχίζει, "Ο ξενοδόχος ήτανε χαφιές της ασφάλειας. Με ρωτήσανε γιατί έδειρα τον ξενοδόχο, τους είπα τα καθέκαστα. Με ψάξανε και βρήκανε το κουμπούρι. Μου λέει ένας απ' αυτούς, μπα το παίζεις και μάγκας, κρατάς και κουμπούρι; Για ένα βλαχάκι ρε έδειρες τον ξενοδόχο και μου κοπανάνει μιά μπουνιά στο στομάχι, διπλώθηκα στα δυό, με περιλαβαίνουνε και οι άλλοι δύο, με κάνανε τουλούμι στο ξύλο. Με πήγανε στο τμήμα, με τυλίξανε σε μιά κόλλα χαρτί και έφαγα κάμποσους μήνες φυλακή. Όταν βγήκα απ' την στενή ξαναγύρισα στον Περαία, έμαθα ότι τον ξενοδόχο τον είχανε βρει σκοτωμένο σ' ένα ρέμα. Έτσι σκληρά ήτανε εκείνα τα χρόνια, Μάκη παιδί μου."
 

Πέρασε η πρώτη χρονιά, τέλειωσαν τα μαθήματα κι οι εξετάσεις, πρέπει να πάω στο σπίτι μου για διακοπές, να 'δω και τους δικούς μου. Το απόγευμα ανέβηκε ο κυρ' Πέτρος για το καφεδάκι του στο ταρατσάκι. Τον πλησιάζω και του λέω.
 

"Κυρ' Πέτρο, εγώ μεθαύριο θα φύγω, θα πάω για το καλοκαίρι στο σπίτι μου, να σου δώσω  τώρα τα τρία νοίκια για το καλοκαίρι γιατί θα λείπω."
 

"Α πα πα, εσύ θα 'σαι στο σπίτι σου και θα μου πληρώσεις νοίκια; Όταν με το καλό ξανά 'ρθεις τον Σεπτέμβρη μου δίνεις."
 

"Κυρ' Πέτρο, δεν πιστεύω να το δώσεις σε άλλον το καμαράκι;"
 

"Μέχρι όσο το θέλεις είναι δικό σου, μη φοβάσαι, θα τ' ανοίγω κάπου κάπου να παίρνει αέρα, μη γεμίσει μούχλα. Όταν με το καλό ξανάρθεις θα 'ναι σένιο."

Τά 'χασα, το γεροντάκι ήτανε πολύ 'ξηγημένο. Πράγματι έλεγε αλήθεια δε μου το νοίκιασε για τα λεφτά αλλά για να 'χει παρέα.
 

Πέρασε το καλοκαίρι, επιστρέφω στην Αθήνα, πάω στο καφενείο και βρίσκω τον παππού, τον κυρ' Πέτρο. Έκανε σαν τρελός, μ' αγκάλιασε, με κέρασε καφεδάκι. Μου 'δωσε τα κλειδιά και μου λέει.
 

"Μ' έφαγε η μοναξιά, καλά που ήρθες, θα 'χω πάλι παρεΐτσα. Φοβήθηκα πως δεν θα ξανάρθεις."
 

"Τι λες κυρ' Πέτρο, τ' αφήνω εγώ το καμαράκι μου, σωστό παλατάκι είναι."
---------------------------===============-----------------------
 

Σε λίγο καιρό γνώρισα την Αννούλα, ήτανε ταμίας στην τράπεζα, ήτανε πολύ μικρή, ο πατέρας της θα 'τανε στα μέσα και στα έξω, την διόρισε στην τράπεζα. Ήτανε ξανθιά και ομορφούλα, κι εγώ δεν πήγαινα πίσω, καλός ήμουνα. Ιδωθήκαμε με την Αννούλα κάνα δυό φορές και τελικά τα φτιάξαμε, έγινε το κορίτσι μου. Έμενε στην Καλλιθέα.
Έλυσα και το πρόβλημα με το φαγητό, βρήκα ένα φτωχικό ταβερνάκι κοντά στο σπίτι. Εκεί πληρώνουμε με τη βδομάδα. Φυσικά πηγαίνω για φαγητό και στη φοιτητική λέσχη. Οι πελάτες απλοί άνθρωποι, του μεροκάματου, άντρες και γυναίκες. Σ' ένα τραπεζάκι σε μια γωνιά κάθεται κάθε μεσημέρι μια κυρία, πρέπει να είναι πάνω από πενήντα. Έχει μακριά ξανθά μαλλιά πιασμένα πίσω απ' το κεφάλι με μια μεγάλη κοκκάλινη μαντάλα, καταγάλανα μάτια, παρόλα τα χρόνια της είναι πολύ όμορφη. Που και που κάποιος την χαιρετάει "γεια σου Ελενάρα", αυτή ανταποδίδει μ' ένα "γειά σου και 'σένα."
Περίεργη γυναίκα, λιγομίλητη, πρέπει ή να είναι απλησίαστη ή δεν την κάνουν παρέα, δίπλα της δεν κάθεται ποτέ κανένας. Ένα μεσημέρι το μαγαζάκι τίγκα γεμάτο, όλα τα τραπέζια πιασμένα, μόνο στο γωνιακό όπου κάθεται η παράξενη κυρία υπάρχουν άδειες καρέκλες. Η πείνα δεν κρύβεται και δεν αντέχεται, παίρνω το θάρρος, πηγαίνω στο γωνιακό τραπεζάκι και ρωτάω την παράξενη κυρία.


"Να καθήσω; δεν έχει άλλο αδειανό τραπέζι."
 

"Εγώ σ' αφήνω, εσύ θα κάτσεις;"
 

"Γιατί να μην καθίσω; τι όρθιος θα φάω;"
 

"Να γιατί όλοι θα σε κοιτάνε περίεργα."
 

"Γιατί;"
 

"Να γιατί παλιότερα είχα σπίτι."
 

"Ε και; όλοι έχουμε σπίτι."
 

"Ξουράφι είσαι" μου λέει. "Ρε ήμουνα πουτάνα, είχα μπουρδέλο."
 

Προς στιγμή τα χάνω, δεν περίμενα τέτοια ωμότητα, γρήγορα συνέρχομαι.
 

"Εμένα δεν με πειράζει καθόλου, άρα κάθομαι, πεινάω σαν λύκος."
 

Το γκαρσόνι πλησιάζει με περίεργο χαμόγελο, "τι θα φάμε σήμερα;" με ρωτάει.
Του δίνω παραγγελία και δυο μπυρίτσες.
 

"Θα πιεις μια μπυρίτσα;"
 

"Δεν χαλάω χατήρια."
 

Τελείωσα το φαγητό και σηκώνω το ποτήρι μου.
 

"Στην υγειά σου κα. Ελένη."
 

"Κεριά και λιβάνια ρε" μου απαντάει θυμωμένα. "Βουτυρομπεμπές είσαι; Εμένα όλη η πιάτσα με φωνάζει Ελενάρα, αν θες να τα πάμε καλά, έτσι θα με λες, γκέκε; Ελενάρα."
 

"Καλά, καλά, μη θυμώνεις."
 

"Σε βλέπω κάθε 'μέρα, εδώ τρως, γιατί δεν έχεις σπίτι;"
 

"Μένω εδώ πιο κάτω, σπουδάζω, οι δικοί μου είναι στην επαρχία."
 

"Πως σε λένε ομορφόπαιδο;"
 

"Μάκη απ' το Γεράσιμος"
 

"Δεν μ' αρέσει το Μάκης, εγώ θα σε λέω 'μορφονιό, 'ντάξει;"
 

"Εντάξει δεν θα τα χαλάσουμε για ένα όνομα, κι εγώ θα σε λέω Ελενάρα για να μη θυμώνεις."
--------------------------------------------------------------------------------
Κάθε φορά που την έβρισκα στο ταβερνάκι, ας είχε άδεια τραπέζια, καθόμουν δίπλα της και συζητούσαμε, ήταν καταπληκτική συνομιλήτρια. Ήτανε πολύ όμορφη, αναρωτιόμουνα πως χωράει τόση ομορφιά σε έναν άνθρωπο. Μπορούσα  να κάθομαι με την ίδια ευκολία με κάποιον "σπουδαίο" όπως και με κάποιον "ασήμαντο". Οι λέξεις είναι σε εισαγωγικά για ευνόητους λόγους, εξαρτάται απ' το ποιος λέει για ποιον. Σε κάποια συζήτησή μας η Ελενάρα, η παράξενη γυναίκα, μου είχε πει η παρανομία είναι γλυκειά. "Αμα λάχει και πηδήξεις το χαντάκι  δεν υπάρχει γυρισμός. Ο καλός ο κόσμος σε κοιτάει μ' ένα μάτι αλλά κι εσύ δεν γουστάρεις τους καθωσπρέπει". Είχαμε γνωριστεί καλά, έδειχνε ότι με συμπάθησε. Μία 'μέρα την ρώτησα αν μετάνοιωσε που έγινε πουτάνα .
--------------------------------------------------------------------------------
 

"Εσύ τι λες; Δεν μετάνοιωσα; όχι τώρα που γέρασα, αλλά απ' τα  πριν."
 

"Πότε δηλαδή;"
 

"Θα σου πω μια ιστορία; έχεις κουράγια, κότσια και μυαλό για να καταλάβεις;"
 

"Σε κοτζάμ πανεπιστήμιο πάω, εσύ τι λες δεν έχω μυαλό;"
 

"Άσ' τα πανεπιστήμια ρε 'μορφονιέ, μιλάμε για το πεζοδρόμιο, για την ίδια τη ζωή."
 

Επειδή μ' έτρωγε η περιέργεια δεν έδωσα συνέχεια.
 

"Τι λες, πάμε 'δω πιο κάτω, έχει ένα καφενεδάκι, να πίνουμε τον καφέ μας και να στα λέω;"
 

"Και δεν πάμε."
 

Με συμπάθησε σίγουρα, μάλλον δεν είχε παρέες, ήτανε καλή στη συζήτηση, έξυπνη κι ετοιμόλογη. Φτάνουμε στο καφενείο. Ο καφετζής λέει, "γειά σου ρε Ελενάρα, μας ξέχασες, ποιο είναι το τεκνό;"  "Γειά σου κι εσένα ρε Αρτέμη, φίλος μου είναι σπουδάζει, φτιάξε μας δυό καφεδάκια". Σε λίγο οι καφέδες είναι έτοιμοι, αχνιστοί. Πίνει μιά γουλιά κι αρχίζει.
 

"Πολλά χρόνια πριν ήμουνα στο σπίτι, ξέρεις ποιο σπίτι, μην τα ξαναλέμε, εγώ δεν έπαιρνα όποιονε κι όποιονε, διάλεγα. Ποτές δεν έβαλα κόκκινο λαμπάκι στην πόρτα μου. Όποιος ερχότανε ή ήτανε γνωστός ή ήτανε σταλμένος. Έρχεται του λοιπού ένας κύριος, φαινότανε 'κονομημένος, θα 'χει φουσκωμένη πορτοφόλα σκέφτηκα, καλησπέρα μου λέει, με στέλνει ο .... θα περάσετε; τόνε ρωτάω, όχι μου λέει, κάτι άλλο θέλω, αστυνομία; ρωτάω, όχι, όχι μου απαντάει, κάτι άλλο, άντε λέγε, μ' έσκασες. Να, θέλω μια εξυπηρέτηση, από 'μένανε; τι σόι εξυπηρέτηση; ξέρεις που ήρθες; Ξέρω, ξέρω, με στείλανε, να έχω ένα γιο και θέλω να τον φέρω, είναι πρωτάρης, ξέρεις εσύ. Θα σε πλερώσω καλά."
 

Συνεχίζει, "α! τέτοια εξυπηρέτηση; φέρτον και μείνε ήσυχος, ξέρω απ' αυτά. Έτσι κι έγινε, 'κείνη την εποχή οι πατεράδες παγαίνανε τ' αγόρια τους στα μπουρδέλα για ξεπαρθένιασμα, εγώ δεν το 'κρινα και περ'σότερο δεν το κατάκρινα ποτές. Αυτά τ' αφήνω για τον θεό και τους καθωσπρέπει. Σαν ήρθανε πατέρας και γιος, έκανα νόημα με τρόπο στον πατέρα να φύγει. Πράγματις έφυγε."
 

Συνεχίζει, "Κοζάριζα τον νεαρό, ήταν ένα πολύ όμορφο αγόρι, σαν κι αυτά που τσιμπιέσαι εύκολα. Ντρεπότανε και γιαυτό έβαλα ούλη μου τη μαστοριά, να χαλαρώσει, ε, 'μορφονιέ " μου λέει ξαφνικά, "μην περιμένεις κι άλλα δεν είσαι στο σινεμά."
 

"Καλά εσύ μιλάς, ότι θέλεις λες, εγώ κάθομαι κι ακούω, δεν έκανα ούτε είπα τίποτε."
 

" 'Ντάξει, όταν τελειώσαμε με τον νεαρό, κλείδωσα το σπίτι, ξάπλαρα στον καναπέ κι έκλαιγα, πόσην ώρα μη με ρωτάς, ούτε που ξέρω."
 

"Γιατί έκλαιγες; δεν ήταν δα και η πρώτη φορά."
 

"Όχι ρε πανεπιστημιάκια, δεν έκλαιγα γιαυτό, είχα μπει σ' ένα λούκι δίχως γυρισμό. Έπρεπε να 'χα βρει ένα τέτοιο παληκάρι, να νταλκαδιαζόμουνα, να μ' έπαιρνε, να 'χα και κουτσούβελα, γκέκε; αλλά τι τα θες, τι τα γυρεύεις, ήτανε αργά, συνέχισα να 'χω το σπίτι, να κάνω αυτή τη δουλειά, χρόνια τώρα τα 'χω παρατήσει, είμαι κομμάτι μεγάλη, αγόρασα κι ένα σπιτάκι, έχω βάλει στην άκρη κομπόδεμα κι έτσι τα βολεύω."
 

"Καλά, γιατί δεν τα παράταγες νωρίτερα, γιατί δεν παντρεύτηκες;"
 

"Άστα 'μορφονιέ, εγώ δεν είχα νταβατζή όσο ήμουνα πουτάνα, θα 'πιανα μετά; Σου το 'πα δεν υπάρχει γυρισμός, μια φορά πουτάνα, πάντοτες και για ούλους πουτάνα."

  ----------------------------------------------------------------------------
Το "ψυχικό."
-----------------------------------------------------------------------------


Μιά άλλη  μέρα, μετά το φαγητό, πήγαμε με την Ελενάρα πάλι για καφέ στο καφενεδάκι του Αρτέμη.
 

---------------------------------------------------------------------------------
"Γειά σου ρε Ελενάρα με την παρέα σου, στις ομορφιές σου είσαι."
"Άσ' τα σάπια ρε Αρτέμη, όσο ήμουνα μπουμπούκι δε 'ρχόσουνα στο σπίτι, να πάρεις μεζέ, τα 'κανες μασούρια. Φτιάξε μας δυό καφεδάκια."
Ο Αρτέμης φεύγει να ετοιμάσει τα καφεδάκια.

 

"Ρε μορφονιέ, πανεπιστημιάκια, γιατί γουστάρεις την παρέα μου; για κρεβάτι ούτε λόγος, σ' είδα τις προάλλες με μιά ξανθούλα, σου πέφτω και κομματάκι μεγάλη."
 

"Κάνεις καλή παρέα, μ' αρέσουν οι ιστορίες σου, μαζί σου, μαθαίνω." .
 

"Τι σπουδάζεις;"
 

"Στην Πάντειο."
 

"Τι κάνουν εκεί;"
 

"Πολιτικές και οικονομικές επιστήμες."
 

"Δηλαδή σπουδάζεις ψεύτης."
 

" Όχι ρε Ελενάρα και ψεύτης."
 

"Πολιτικός δεν θα γένεις άμα τελειώσεις;"
 

" Όχι."
 

"Αλλά;"
 

"Οικονομικά σπουδάζω."
 

Παίρνει βαθιά ανάσα, κι αρχίζει.
 

"Η ιστορία που θα σου πω, δύσκολο να τήνε πιστέψεις, δεν θα ΄χεις κι άδικο, ποιος θα πίστευε μια πρώην πουτάνα"
 

" Άσε τις τσιριμόνιες και λέγε."
 

"Καλά, πριν πολλά χρόνια, η γειτονιά που 'χα το σπίτι θέλησε αμέτι μωχαμέτι να με διώξει, τους χάλαγε τη μόστρα το μπουρδέλο μου. Μπροστάρης κάποιος Ανέστης. Με φωνάζει μια 'μέρα ο αστυνόμος, πάω στο τμήμα, εκεί μου 'δειξε ένα χαρτί με κάμποσα ονόματα, με ρώτησε αν τους ξέρω, του 'πα όχι αλλά δεν με πίστεψε."
 

Πίνει λίγο καφέ, αναστενάζει ξανά, ανάβει τσιγάρο. Ασυναίσθητα κάνω προς τα πίσω.
 

"Δε φουμάρεις 'μορφονιέ, μπράβο, σε πειράζει;"
 

"Όχι, κάπνισε."
 

"Ο αστυνόμος που λες ντόμπρο παλικάρι, μου λέει, αυτοί που 'δες στο χαρτί μου ζητήσανε να σε διώξω απ' την γειτονιά αλλά έχεις άδεια και όλα τα χαρτιά, απλά σου 'δειξα ποιοι είναι, να φυλάγεσαι,   μόνο πρόσεξε κακομοίρα μου δεν θέλω καυγάδες γιατί θα στο κλείσω, καλός, καλός αλλά θα στο κλείσω. Κοίτα μην πεις τίποτε σε κανένανε και με κάψεις. Δεν θα πω, στην τιμή μου, του λέω και σκάσαμε στα γέλια. Ο αστυνόμος ήτανε παιδί της πιάτσας κι ήξερε πως δεν θα 'λεγα τίποτις."
 

Ξαναπίνει λίγο καφέ.
 

"Λοιπόν; τι έγινε μετά;
 

"Σιγά, σιγά μην πνιγώ κιόλας, ουλουνούς τους ήξερα, μερικοί είχανε περάσει απ' το σπίτι, όλοι με οικογένειες, ααχ, ήμουνα πολύ όμορφη στα νειάτα μου, όλοι με γλυκοκοιτάγανε. Ανοίγανε τη γκαστρωμένη πορτοφόλα και μου τα σκάγανε, όσα ζήταγα, ήμουνα η πιο ακριβή στην πιάτσα."
 

"Και τι έκανες;" ρωτάω με ανυπομονησία.
 

"Τίποτις, τι ήθελες να κάνω;"
 

"Να τους ξεμπροστιάσεις" απαντάω έντονα.
 

"Άκου πανεπιστημιάκια, εγώ δεν χάλασα ποτές το σπίτι καμιανής, εγώ δεν έκανα φαμίλια και ζήλευα όσες είχανε σπιτικό, άντρα και παιδιά, έτσι είναι ο κόσμος, κακός, άκου όμως και το καλύτερο. Ο Ανέστης, ήτανε χοντρέμπορας  κι επίτροπος στην εκκλησία, είχε μιά 'πηρετριούλα που του 'χαν στείλει από 'να χωριό για να τρώει ένα κομμάτι ψωμί, φτώχεια βλέπεις, ένα βράδυ αργά, βλέπω σ' ένα πεζούλι στο σκοτάδι, μιά κοπελιά να κλαίει."
 

Συνεχίζει,  "έκανα να φύγω αλλά με πιάσανε τα ψυχοπονιάρικα, κοντοζυγώνω, το κορίτσι ήτανε η 'πηρετριούλα του Ανέστη, γιατί κλαις; τη ρώτησα, έφυγα απ' του κυρ Ανέστη, μ' απάντησε, γιατί; τη ρώτησα, έκλαιγε, έκλαιγε και δεν απάνταγε, ψιλιάστηκα, κάτι δεν πάγαινε καλά, την πήρα στο σπίτι, της έστρωσα να κοιμηθεί και το πρωί άρχισα την ανάκριση."
 

"Πως σε λένε;"

"Μαρία."

"Κοίτα με στα μάτια."

"Δεν μπορώ, ντρέπομαι."

"Ρε άσε τώρα τις ντροπές, πες μου τι γένηκε; Η Μαρία με κοιτάει στα μάτια. Άντε, λέγε μου, τι γένηκε, γιατί έφυγες απ' του Ανέστη;"

"Ο πατέρας μου, έχει εμένα και άλλα έξη παιδιά, είμαστε πολύ φτωχοί. Κάποιος φίλος του, μας είπε ότι ο κυρ' Ανέστης που ήταν πλούσιος κι έμενε στην Αθήνα, έψαχνε για 'πηρέτρια. Μας είπε αν θέλαμε να πάω 'πηρέτρια στο σπίτι του."

Συνεχίζει, "Ο Πατέρας μου είπε ναι κι έτσι βρέθηκα στην Αθήνα στο σπίτι του κυρ' Ανέστη. Στην αρχή ήτανε καλά, κουραζόμουνα πολύ αλλά δεν μ' ένοιαζε, είχα το καμαράκι μου, κι ένα πιάτο φαΐ. Ο κυρ' Ανέστης έστελνε κάθε μήνα στον πατέρα μου λίγα λεφτά."

Συνεχίζει, "Η κυρά μου δεν έκανε τίποτε, μόνο διάβαζε τα 'βαγγέλια και λιβάνιζε. Ένα βράδυ έρχεται ο κυρ' Ανέστης στο καμαράκι μου, ήτανε με τα σώβρακα. Τρόμαξα, νόμισα ότι κάτι πάθανε. Μου 'κανε νόημα να μη μιλήσω και ξάπλωσε στο κρεββατάκι μου. Όταν πήγα να σηκωθώ, με τράβηξε με το ζόρι και με ξάπλωσε δίπλα του."

Συνεχίζει, "Άρχισε να με χαϊδεύει, έβαλα τις φωνές, μου 'κλεισε το στόμα με το 'να χέρι και μου 'πε, σκάσε γιατί θα σε στείλω πίσω στο χωριό σου. Άρχισε να με γδύνει, έβαλα τα κλάμματα, τον παρακαλούσα να μ' αφήσει, που; αυτός συνέχαε. Επειδή δεν καθόμουνα μου 'δωσε δυό χαστούκια."

Συνεχίζει, "Όταν τέλειωσε μου 'πε, κακομοίρα μου μην πεις τίποτε σε κανένανε, σ' έστειλα πίσω στο χωριό σου. Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, έκλαιγα, έκλαιγα. Το πρωί η κυρά μου με βλέπει κλαμμένη και μου λέει, τι κλαις ρε μυξιάρικο, πάγαινε να βάλεις μπουγάδα, εγώ πάω στην εκκλησία."

Συνεχίζει, "Από τότε αρχινίσανε τα βάσανα, ο κυρ' Ανέστης ερχότανε μου 'κανε την δουλειά κι έφευγε, σα να 'μουνα ζούδι. Αρχίζει να κλαίει. Τα 'πες αυτά πουθενά; Σε ποιόνε να τα πω, η κυρά μου δεν μ' άφηνε να βγαίνω απ' το σπίτι δεν ήξερα κανένανε. Μια 'μέρα όμως που 'λειπαν, πήγα στην εκκλησιά, βρήκα τον παπά για να του πω τι μου 'κανε ο κυρ' Ανέστης. Και τι γένηκε; μόλις άρχισα να του λέω μ' έκοψε και μου 'πε να μην λέω ψέμματα, ο κυρ' Ανέστης είναι άγιος άνθρωπος δεν κάνει τέτοια, να μη τα πω αυτά σε κανένανε γιατί θα βρω το μπελά μου."

Η Ελενάρα πίνει λίγο καφέ κι αναστενάζει.
 

"Λέγε, με γκάστρωσες. Τι έγινε μετά;"
 

"Καλά, καλά, συνεχάω, ο Ανέστης που λες το βίαζε το κοριτσάκι, αυτό δεν άντεξ' άλλο και τήνε κοπάνησε, τα 'χασα, ο Ανέστης, ο χοντρέμπορας, ο επίτροπος στην εκκλησία; ήξερα ότι ήτανε κουμάσι αλλά.... μετά που λες, πήρα το κοριτσάκι και το πήγα στον γιατρό, αυτόνε ντε που μας 'ξετάζει και παίρνουμε τα χαρτιά μας, φοβόμουνα μπας και το 'χε γκαστρώσει ο παλιάνθρωπος, μπα δεν ήτανε γκαστρωμένο, θα 'τανε τζούφιος, ο θεός τιμωράει και τους ζωντανούς να ξέρεις, γιαυτό δεν είχε παιδιά."
 

"Καλά, η γυναίκα του δεν είχε καταλάβει τίποτε;" ρωτάω.
 

"Ποια η θεούσα;"
 

"Τι εννοείς θεούσα;"
 

"Θεούσες είναι αυτές με τον σφιχτοδεμένο κότσο, που κάνουνε βαθιές μετάνοιες και μεγάλους σταυρούς στις εκκλησιές, κακιασμένες γυναίκες, εγώ στο λέω, η Ελενάρα η πουτάνα."
 

"Καλά αυτή η θεούσα, όπως λες, δεν πήρε χαμπάρι;"
 

"Και να πήρε, αυτές δεν μιλάνε, τρέμουνε τι θα πει η γειτονιά, κάνουν τις αγιούσες για τον κοσμάκη ενώ μέσα τους είναι στρίγγλες."
 

"Μετά τι έγινε;"
 

"Μετά πήγα το κορίτσι στο πραχτορείο, του 'βγαλα ένα 'σιτήριο και το 'στειλα πίσω στο χωριό του, τι έφταιγε το καψερό; το λυπήθηκα."
 

Αναστενάζει και ανάβει τσιγάρο.
 

"Καφές χωρίς τσιγάρο δεν πάει, τ' άναψα γιατί μετά γενήκανε κι άλλα."
 

"Δηλαδή;"
 

"Σιγά, 'μορφονιέ, σιγά να πάρω μιάν ανάσα."
 

Με την κουβέντα είχα ξεχάσει τον καφέ μου, είχε πια κρυώσει, άρχισα να τον πίνω έστω και κρύο.
 

"Θες ένα τσιγαράκι;"
 

"Να μου λείπει το βύσσινο."
 

"Σιγά μη σου 'δινα ρε 'μορφονιέ, να πάθεις το καταραμένο, νέο παιδί."
 

"Έλα άφησέ τα αυτά τώρα, τι έγινε μετά;"
 

"Σε λίγες 'μέρες μαθαίνω ότι κάποιος χαράκωσε με σουγιά τον Ανέστη, ο αδερφός του κοριτσιού, ήρθε απ' το χωριό και του χαράκωσε τη μούρη. Τόνε πιάσανε κάτι καλοθελητάδες και τον παραδώσανε στους πολιτσμάνους, το λυπήθηκα το παληκάρι, όταν γένηκε η δίκη, πήγα να μαρτυρήσω, ο 'σαγγελέας είπε πως δεν ήμουνα, να δεις πως το 'πε, αξιόπιστη. Πουτάνα βλέπεις, αλλά ο πρόεδρας τον έκοψε και μ' άφησε, του 'ρίξανε μεγάλη καμπανιά, το χώσανε μέσα για τα καλά. Σαν βγήκε ήρθε και μ' ευχαρίστησε, να 'ναι καλά το παληκάρι. Ο Ανέστης έφυγε απ' την γειτονιά, δεν τον ξανάδα από τότες. Λοιπόν;"
 

"Τι λοιπόν;"
 

"Τα πιστεύεις αυτά που σου λέω ρε 'μορφονιέ;"
 

"Ναι, Ρε Ελενάρα, τα πιστεύω, γιατί να μου πεις ψέμματα;"
 

"Για να σου κάνω την καλή, ξέρω 'γω;"
 

"Γιατί να μου κάνεις την καλή; για να σε παντρευτώ;"
Βάζει τα γέλια.
 

"Αλήθεια σου μολογάω, αυτό το "ψυχικό" το 'χω για τον αγιο-Πέτρο, μπας και μου σβήσει καμιά 'μαρτία."
 

"Ελενάρα, πρέπει να φύγω, έχω πολύ διάβασμα, τα ξαναλέμε."
 

------------------------------------------------------------------------
Πως και γιατί έγινε πόρνη.
----------------------------------------------------------------------------


Ένα απόγευμα περπατούσα, έκανα βόλτα δεν είχα τι να κάνω. Περνάω έξω απ' ένα σπίτι, βλέπω την Ελενάρα.  Καθότανε στο μπαλκονάκι , μ' ένα καφέ κι ένα τσιγάρο.
 

"Γειά σου Ελενάρα."
 

"Γειά σου 'μορφονιέ, πως από 'δω;"
 

"Κάνω μιά βόλτα, κουράστηκα απ' το διάβασμα και βγήκα να πάρω αέρα."
 

"Έλα μέσα να σου ψήσω καφέ."
 

"Ιστορία θα μου πεις;"
 

"Στάσου μιά στιγμή να σ' ανοίξω."
 

Ανοίγει την πόρτα και περνάω σε ένα μικρό σαλονάκι. Στον τοίχο καλλημένες φωτογραφίες. Σ' όλες είναι η Ελενάρα σ' άλλες μόνη της, σ' άλλες με παρέα. Τα 'χασα, ήταν πολύ όμορφη, κούκλα.
 

"Έτοιμο και το καφεδάκι, τι κοιτάς; τις φωτογραφίες;"
 

"Ναι, είναι πολλές."
 

"Τις έχω βάλει με σειρά, από 'δω 'ρχινάνε  κι εδώ τελειώνουνε."
 

"Θα μου εξηγήσεις πότε και που τις έβγαλες; Ποιοι είναι όλοι αυτοί."
 

"Τώρα 'μορφονιέ θα πιούμε το καφεδάκι μας, άλλη φορά."
 

Μου δείχνει μια πάνινη πολυθρόνα.
 

"Πάρτην κι έλα έξω."
 

Βγαίνουμε στο μπαλκονάκι, καθόμαστε, αρχίζω να πίνω το καφεδάκι.
 

"Θα μου πεις καμιά ιστορία;"
 

"Σαν τι θέλεις να σου πω."
 

"Γιατί δεν θες να σε λένε Ελένη αλλά Ελενάρα."
 

Ανάβει τσιγάρο.
 

"Ε ρε τι μου θύμισες, μεγάλη ιστορία."
 

"Έλα λέγε."
 

"Ας το πάμε απ' την αρχή, εγώ που λες στα νειάτα μου ήμουνα πολύ όμορφη και τσαχπίνα. Μέναμε με τη μάνα μου στο χωριό, ο πατέρας μου μας είχε αφήσει χρόνους. Είχε πεθάνει από  θέρμη, ελονοσία, ήμουνα παιδούλα. Δεν τόνε θυμάμαι καθόλου. Σαν όνειρο μοναχά θυμάμαι ένα βράδυ μ' είχε πιάσει απ' τη μέση και με σήκωσε ψηλά. Ρε πως μεγάλωσε η Ελενίτσα, μου 'πε, φτάνει το ταβάνι. Εγώ σήκωσα τα χεράκια μου κι έπιασα το ταβάνι.
 

Συνεχίζει, από μικρή γουστάριζα τους άντρες, άσε που ούλοι με κοιτάγανε σαν ξερολούκουμο. Μ' αρέσανε κι εμένανε τα ξινά, τα 'φτιαξα του λοιπού με ένα παληκάρι. Πρέπει να 'μουνα δεκάξη άντε δεκαεφτά χρονώ. Τα 'χαμε δεν τα 'χαμε ένα χρόνο, μας κάνανε τσακωτούς, όχι στα μέλια, μας τσακώσανε καβάλα. Βούιξε όλο το χωριό."
 

Πίνει λίγο καφέ, ανάβει τσιγάρο.
 

"Η μάνα μου τρελάθηκε, σκύλλα μου 'πε, τι θα κάνουμε τώρα; Μην περιμένεις να σε πάρει, γενήκαμε ρεντίκολο στο χωριό. Αστεφάνωτη θα μείνεις, τα 'νοιξες μωρή τα πόδια, το μυαλό σου που το 'χες; Απ' αύριο θα 'ρθείς μαζί μου στο μεροκάματο, να   μαζέψεις λίγα λεφτά να 'χεις για προίκα, μπας και στραβωθεί κανένας και σε πάρει, σκύλλα, ε σκύλλα."
 

"Καλά, αυτός που τα 'χατε, γιατί δεν σε πήρε;"
 

"Ρε 'μορφονιέ, πολλά βιβλία διαβάζεις, θα χαζέψεις απ' το πολύ το διάβασμα, πως να με πάρει; εγώ δεν είχα δεύτερο βρακί να βάλω στον κώλο μου."
 

"Μετά τι έγινε;"
 

"Πήγα στο μεροκάματο με τη μάνα μου, οι άντρες με γυροφέρνανε, ούλοι τους θέλανε να πάρουνε μεζέ, λες και το 'χα στο κούτελο. Είδα κι απόειδα και λέω στη μάνα μου ένα βράδι, μάνα θα φύγω, θα πάω στην Αθήνα."
 

Πίνει λίγο καφέ.
 

"Άντε, λέγε."
 

"Σιγά θα με πνίξεις, Τι λες μωρή σκύλλα, μου λέει η μάνα μου, τι θαρείς είν' η Αθήνα, το κωλοχώρι μας, εκεί χάν' η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Εγώ της λέω θα πάω στην Αθήνα δεν αντέχω στα χωράφια."
 

Συνεχίζει, "η μάνα μου μ' αγάπαγε αλλά τι να κάνει, φτωχιά γυναίκα ήτανε, βγάζει του λοιπού λίγα λεφτά που 'χε κομπόδεμα, μου τα δίνει και μου λέει. Πάρτα μωρή, για να 'χεις λίγα μαζί σου, κάντα κουμάντο να φτάσουνε μέχρι να βρείς καμιά δουλειά γιατί άμα τα φας κάηκες, μωρή άμα τα βρεις μπαστούνια στην Αθήνα, έλα πίσω στο χωριό, ακούς; έτσι του λοιπού ήρθα στην Αθήνα."

-------------------------------------------------------------------------
Το φουστάνι.
--------------------------------------------------------------------------
 

"Μακριά το πας, πότε από Ελένη έγινες Ελενάρα;"
 

"Πολύ βιάζεσαι 'μορφονιέ, εσύ απ' τ' άλφα θες να πας στο 'μέγα. Σαν ήρθα στην Αθήνα δεν ήξερα κανένανε, ήρθα εδώ στο Μεταξουργείο, έπιασα ένα καμαράκι μέσα σε μιά αυλή, είχε ένα κρεββατάκι ένα τραπέζι και μιά καρέκλα. Μέσα στην αυλή ήτανε το σπίτι αυτηνής που νοίκιαζε τις καμαρούλες, τη λέγανε Παγώνα.
 

Συνεχίζει, "όταν πήγα για το καμαράκι μου λέει η Παγώνα. Κοκώνα μου να στο νοικιάσω αλλά δεν θέλω καυγάδες και φασαρίες, αν μου κουβαλήσεις κανένανε αγαπητικό, σ' έδιωξα. Γύρω γύρω στην αυλή ήτανε οι καμαρούλες, μέναμε εφτά νοματαίοι, καθένας και μιά καμαρούλα. Είχε στην αυλή δυό καμπινέδες, αλίμονό σου αν ήτανε πιασμένοι, τα 'κανες πάνω σου. Άσε για μπάνιο, ζέστενα νερό σ' ένα καζάνι που 'χε στην αυλή και πλενόμουνα μέσα στο καμαράκι. Φτώχεια και μιζέρια."
 

Συνεχίζει," Άρχισα να κάνω βόλτες στους γύρω δρόμους, για να μη χαθώ έβαζα σημάδια, μια ταμπέλα, ένα δέντρο, μια πλατεία, τέτοια. Περνάω που λες μπροστά από 'να μαγαζί, βλέπω ένα φουστάνι, το ζήλεψα αλλά θυμήθηκα τι μου 'χε πει η μάνα μου. Ξαναγύρισα στην αυλή. Την άλλη 'μέρα πάλι τα ίδια, μιά βόλτα και πίσω στο καμαράκι. Σκεφτόμουνα τι θα κάνω. Μέσα στην αυλή έμενε μιά γυναίκα, ήτανε μόνη της. Μου πιάνει την κουβέντα. Της λέω, ψάχνω για δουλειά. Θες να σε πάρω εκεί που δουλεύω; με ρωτάει."
 

"Και σ' έβγαλε στην πορνεία;"
 

"Στην πουτανιά θα λες, άκου στην πορνεία, ξέχνα τα βιβλία 'μορφονιέ, εγώ σου μιλάω για τη ζωή δεν σου λέω παραμύθες. Όχι, η γυναίκα ήτανε καλή δεν είχε τέτοια μπλεξίματα, δούλευε σ' ένα ραφτάδικο, φτιάχνανε ρούχα για τις ματσωμένες."
 

Συνεχίζει, "Με πήρε στη δουλειά, από λεφτά; τζίφος, τρεις κι εξήντα. Ίσα ίσα για ένα φαΐ, άντε και στριμόκωλα το νοίκι. Έκατσα εκεί κάμποσο καιρό. Το αφεντικό μας ήτανε κουδουνίστρα."
 

"Δηλαδή;"
 

"Είδες που στο 'πα για τα βιβλία, κουνιότανε ρε 'μορφονιέ σα βάρκα στο γιαλό. Πούστης ήτανε ο άνθρωπος. Εκεί που λες, ερχόσαντε οι κλώσσες, κάνανε πρόβα, παίρνανε τα φουστάνια, τα ταγιέρια και τ' ακουμπάγανε χοντρά."
 

Συνεχίζει, "Εγώ δεν είχα δεύτερο φουστάνι κι αυτές του τα μετράγανε λες κι ήτανε ροβίθια. Ζήλεψα, Ελένη είπα από μέσα μου,  πρέπει κι εσύ να 'χεις τσίλικα φουστάνια, τι καλύτερο έχουν οι κρυόκωλες. Σκέφτηκα να σουφρώσω κάνα φουστάνι απ' το ραφτάδικο αλλά η γυναικούλα που με πήρε στη δουλειά θα 'βρισκε το μπελά της."
 

Συνεχίζει, "Την άλλη 'μέρα δεν πήγα στη δουλειά, έκανα την άρρωστη, το παίρνω με το πόδι και πάω στο μαγαζί που 'χα δεί εκείνο τ' όμορφο φουστανάκι. Καρφώνομαι όξω απ' τη βιτρίνα και το κοζάρω. Με βλέπει ο μαγαζάτορας και μου λέει, περάστε μέσα, έχουμε πολύ ωραία πράμματα. Μπαίνω μέσα, μου φέρνει το φουστάνι, το φοράω και βγαίνω όξω στον καθρέφτη."
 

Συνεχίζει, "Μου πήγαινε μούρλια, ο μαγαζάτορας με κοίταγε σαν Συριανό λουκούμι, φαινότανε λιγούρης, ποιος ξέρει, καμιά χοντροκώλα θα 'τανε η κυρά του. Μπάνικο είναι του λέω, πόσο κάνει; μου 'πε μιά λυπητερή, σου πάει γάντι, μου λέει. Ξέρεις του λέω δεν έχω λεφτά. Θα σου κάνω σκόντο μου λέει. Δεν κατάλαβες του λέω δεν έχω καθόλου λεφτά."
 

Συνεχίζει, "Στην αρχή ξίνισε τα μούτρα αλλ' αμέσως γλύκανε και μου 'πε, άμα θες μπορούμε να τα βρούμε αλλιώς. Κατάλαβα, ο χαλβάς ήθελε να με πηδήξει, φαινότανε απ' τη μούρη του. Θα σου κάτσω του λέω, αλλά θα μου δώσεις το φουστάνι και κάνα ψιλό. 'Ντάξει μου λέει, κλειδώνει το μαγαζί, με πάει πίσω σε μια αποθηκούλα, τα ψιλά του λέω, θα σου δώσω μου λέει, τώρα του λέω, καλά, καλά, να πάρε, μου δίνει κάμποσα. Του κάθομαι που λες, παίρνω το φουστάνι και τα ψιλά και γίνομαι καπνός."
 

Συνεχίζει, "Έτσι βγήκα στο κλαρί, μην ακούς τις κλαψομούνες που λένε μ' έβγαλε ο δικός μου ή με σαπίσανε στο ξύλο και γένηκα πουτάνα. Γίνονται κι αυτά αλλά οι περ'σότερες για τον παρά και για τα λούσα γενήκαμε. Ρε τα πιστεύεις αυτά που λέω ή τζάμπα χαλάω σάλιο;"
"Τα πιστεύω ρε Ελενάρα δεν μου είπες ακόμη για το Ελενάρα."
"Κάτσε ντε, όλα με ρέγουλα, παγαίνει με τη σειρά το πράμμα. Πάγαινα που λες στο ραφτάδικο για δουλειά αλλά για χαρτζιλίκι,  κάνα φουστάνι, κάνα βρακί πάγαινα στο μαγαζάτορα, μου 'κανε όλα τα χατήρια, μου 'δινε λεφτά κι ότι γουστάριζα."
 

Συνεχίζει, Ο ντιγκιντάγκας που λες, τ' αφεντικό μου, μου λέει μιά 'μέρα, Ελενίτσα, έχεις πολύ όμορφο σωματάκι, περπατάς κι όμορφα, θες να σε πάω σήμερα σ' ένα σπίτι να φορέσεις τα φουστάνια μου, να τα βλέπουνε; αρρώστησε ξαφνικά μιά κοπέλα που 'χα, θα πάρεις και το κάτι τι σου, αμέ του λέω, όταν σχολάσουμε μου λέει, κάτσε πίσω. Θα πάρουμε τα φουστάνια και θα περάσει μιά κούρσα να μας πάρει."
 

Συνεχίζει, "Πήγαμε σε μία σπιταρώνα, χανόσουνα, είχανε φαγιά, μεζεκλίκια, ξύδια, ότι ήθελες. Μαζί με 'μένα είχ' έρθει και μιά άλλη, αυτή ήτανε μπασμένη στα κόλπα, φοράγαμε τα φουστάνια και κόβαμε βόλτες, οι χαλβάδες τα ακουμπήσανε στ' αφεντικό μου, τα πήρανε όλα για τις κυράδες τους, άσε που μας τρώγανε με τα μάτια, τα λιγούρια."
 

Συνεχίζει, "Όταν τέλειωσε το μπανιστίρι, ορμήξανε όλοι στα φαγιά και τα μεζεκλίκια, εγώ τσίμπισα κάτι κι έπιασα μιά γωνιά. Έρχεται η άλλη, αυτή ντε που φοράγαμε τα φουστάνια και μου λέει δεν πίνεις τίποτις; όχι της λέω, να σου βάλω μιά βότκα; μου λέει, τι είναι αυτό; τη ρωτάω. Μου φέρνει μιά βότκα, πήγαν να πνιγώ, έτσι είναι στην αρχή μου λέει, θα δεις θα σ' αρέσει."
 

Συνεχίζει, "Σε λίγο με σκουντάει, Ελένη, Ελένη δεν σε λένε; Ναι της λέω, κοίτα αυτόνε, σε γδύνει με τα μάτια, ποιος; της λέω, να αυτός, μου τόνε δείχνει. Βλέπω ένανε, ήτανε ομορφούλης, τι διάολο εμένα λιγουρεύτηκε; Τόνε ξέρω, πάμε κοντά να στόνε γνωρίσω, μου λέει. Πάμε λέω. Σα γνωριστήκαμε, ήπιαμε και τα ξύδια μας, μου λέει ο ομορφούλης, να σε πάω σπίτι σου; που μένεις; Στο Μεταξουργείο του λέω. Κατάλαβα μου λέει. Θες να περάσουμε απ' το σπίτι μου, είν' εδώ κοντά, να πιούμε κανένα ποτό;"
 

"Και πήγες;"
 

"Εμ πήγα, τι δεν πήγα, σου 'πα ήτανε λιγούρης, θα τον έκανα ότι γουστάριζα."
 

"Και μετά τι έγινε;"
 

"Στο σινεμά είσαι 'μορφονιέ; ταινία βλέπεις; τι γένηκε, με πήδηξε, τα τσάκωσα χοντρά και πίσω στο καμαράκι μου στην αυλή. Την άλλη 'μέρα μου λέει κουνιστός, τ' αφεντικό μου. Ελενίτσα, τα πήγες μιά χαρά, ξεπουλήσαμε, μου δίνει ένα ματσάκι χάρτινα, τα παίρνω, τα βάζω στον κόρφο μου, εδώ χαραμίζεσαι, μου λέει, θέλεις να περνάς το μεσημεράκι και να κανονίζω σε ποιο σπίτι θα πάμε;  δυό τρεις φορές τη 'βδομάδα. Καλύτερο μεροκάματο και θα 'χεις και τα εξτρά σου. 'Ντάξει του λέω."
 

"Τ' αφεντικό σου ήτανε στο κόλπο, σου έκλεινε τα ραντεβού;"
 

"Με τις άλλες δεν ξέρω, με 'μένανε δεν είχε τέτοιο νταραβέρι. Ο ντιγκιντάγκας ήξερε ούλο τον καλό τον κόσμο. Παγαίναμε στις σπιταρώνες, κάναμε τις βόλτες με τα φουστάνια και τα ταγιέρια, 'κονόμαγε κι αυτός, ΄κονόμαγα κι εγώ. Μιά 'μέρα μου λέει, Ελενίτσα σου 'φεξε, σε θέλει ένας πολύ πιασμένος. Μου 'πε να σε καλοντύσω και να πάμε στο γραφείο του."
 

Συνεχίζει, "Μου δίνει ένα ταγιεράκι, πουκαμισάκι και δυό φουστανάκια  μούρλια, φοράω το ένα φουστανάκι και μου λέει, Ρε Ελενίτσα και τσουβάλι να σου βάλω κούκλα θα 'σαι, πάμε; Πήραμε μιά κούρσα και πήγαμε στον Περαία, μπήκαμε σε μιά γραφειάρα, Ένας κουστουμαρισμένος καθότανε σε μιά πολυθρονάρα, σηκώθηκε μας χαιρέτησε. Πως σε λένε; Ελένη του απαντάω. Άκου Ελένη, εγώ θέλω να κλείσω μιά δουλειά με κάτι ξένους, θέλω να σ' έχω για μόστρα, θα πλερωθείς καλά κι άμα κλείσω τη δουλειά θα πάρεις και το εξτρά σου, τι λες;"
 

Συνεχίζει, "Τι θα κάνω; ρωτάω, τίποτις μου λέει, θα κάθεσαι δίπλα μου, αυτοί θα 'ναι τίποτις λιγούρια, άμα σε πειράξει κανένας ρίχτου καμιά σφαλιάρα, σιγά μη τους πασάρουμε και γυναίκα, κωλόφραγκοι θα 'ναι. "Ντάξει του λέω. Πήγα που λες δυό τρείς φορές, κανόνισε τη δουλειά και μου 'ξηγήθηκε πλούσια άσε που ένα βραδάκι πήγαμε σ' ένα μαγαζί που ντρεπόσουνα να μπεις μέσα, ντερλικώσαμε, ήπιαμε και τα ξύδια μας, ωραία ήτανε. 'Κονόμησα και τα ρούχα, ο ντιγκιντάγκας τα 'χε πλερωθεί και δεν τα 'θελε πίσω"
 

Συνεχίζει, "Επειδή ο κουστουμάτος πίστευε ότι είμαι γουρλού, με ξαναπήρε άλλες δυό φορές, έκλεινε τις δουλειές κι εγώ 'κονόμαγα, ρούχα και παραδάκι. Μιά φορά μου ζήτησε να πάω μαζί του μιά 'βδομάδα στο Μπεϊρούτι, φοβήθηκα και δεν πήγα, θα πήρε καμιάν άλλη, έτσι δεν ξαναπήγα να του κάνω την μόστρα."
 

"Τι φοβήθηκες; μη σε βιάσει;"
 

"Όχι, ο τύπος δεν μ' ήθελε για κρεβάτι, φοβήθηκα μη βρεθώ ξαφνικά σε κάνα χαρέμι ή σε κάνα μπουρδέλο Λιβανέζικο."
 

"Μετά τι έγινε, λέγε νύχτωσε."
 

"Θα πας για διάβασμα;"
 

"Πρέπει να πάω και για φαγητό, το βράδι θα διαβάζω μέχρι το πρωί."
 

"Να ψήσω δυό ομελετίτσες να τσιμπίσουμε; Δεν έχω κάτι άλλο."
 

"Καλά, φτιάξε, εγώ θα κοιτάω τις φωτογραφίες. Είπες μιά 'μέρα θα μου πεις γι' αυτές."
 

"Είπαμε θα σου πω, δεν κάναμε και συμβόλαιο."
 

Πάει στο κουζινάκι για να ψήσει τις ομελέτες. Κοιτάζω με προσοχή τις φωτογραφίες, σε όλες είναι η Ελενάρα, σε άλλες μόνη της σε άλλες με παρέες. Μερικές ήτανε τραβηγμένες σ' ένα καφενείο. Ξανακαθόμαστε στο μπαλκονάκι, τρώμε τις ομελέτες.
 

"Ρε Ελενάρα δεν μου 'πες για τ' όνομα."

"'Αλλη φορά, να κουτσουριαστούμε και λίγο, μην κοιτάς εσύ, εγώ είμαι γριά γυναίκα."
 

"Δηλαδή να ξανάρθω αύριο τ' απόγευμα, να πιούμε καφεδάκι και να μου πεις."
 

"Να 'ρχεσαι όποτε γουστάρεις 'μορφονιέ, εγώ παρεΐτσα θέλω."
 

"Εντάξει, καληνύχτα, θα 'ρθω αύριο, να με περιμένεις, θα φέρω και μολύβι και χαρτί."
 

"Καλά που μου το 'πες γιατί με περιμένουνε στο χίλτον για τσάι, άντε καληνύχτα κι όνειρα γλυκά, τι θα τα κάνεις ρε 'μορφονιέ τα μολύβια και τα χαρτιά;"
 

"Θα σημειώνω αυτά που μου λες γιατί τα ξεχνάω"
 

"Θα γράψεις κάνα βιβλίο;"
 

"Που να σου εξηγώ τώρα, άντε καληνύχτα."
 ------------------------------------------------------------

Από Ελένη, Ελενάρα.
------------------------------------------------------------

Έφυγα, οι ιστορίες της Ελενάρας μου έκαναν τόση εντύπωση που  ίσως να επηρέασαν τις αντιλήψεις μου, την θεώρησή μου για την κοινωνία και τους ανθρώπους, άλλο πράγμα να μαθαίνεις απ' τα βιβλία κι άλλο πράγμα απ' την Ελενάρα, την φίλη μου, την πρώην πουτάνα, με την ωμή λαλιά. Την άλλη 'μέρα ξαναπήγα, μου έφτιαξε καφεδάκι και καθήσαμε στο μπαλκονάκι της. Είχα φέρει και μολύβι και χαρτιά, σημείωνα για να μη τα ξεχάσω, όσα μου έλεγε η Ελενάρα. Στο σπίτι μου το βράδυ τα καθαρόγραφα σ' ένα τετράδιο. Στο μαγέρικο δεν πήγαινα κάθε 'μέρα, έτρωγα στη λέσχη των φοιτητών.
 

"Θα μου πεις σήμερα πως έγινε το Ελένη, Ελενάρα;"
 

"Είναι μεγάλη ιστορία. Για να καταλάβεις πρέπει να το πάρω απ' την αρχή."
 

Καλοκάθομαι στην πάνινη πολυθρόνα, τεντώνω τα πόδια μου και είμαι όλος αυτιά. Γράφω και στο χαρτί.
 

"Με τον ντιγκιντάγκα που λες, έμαθα ένα σωρό κόσμο, έπιασα πελατεία, όλοι τους γερά ματσωμένοι. Με πηγαίνανε στις σπιταρώνες τους κι εγώ τους μάδαγα σα κοτόπουλα. Έκανα μιά συρμαγιά, άφησα το καμαράκι, έπιασα  ένα σπίτι. Πολλοί που ερχόσαντε με τις κυράδες τους, φοβόσαντε, έτσι κι εγώ, τους πασάριζα χαρτάκι με την αντρέσσα μου."
 

Συνεχίζει, "να μη στα πολυλογάω, είχα καλούς πελάτες, ούλοι τους 'κονομημένοι, 'ρχόσαντε 'λεύτεροι, παντρεμένοι, 'φχαριστιόσαντε κι εγώ τους ξεγένναγα την πορτοφόλα. Το 'χα στήσει καλά το μαγαζάκι, δεν βιαζόμουνα, πίνανε καφεδάκι, κάνα λικεράκι, μιλάγαμε και μετά κρεβάτι."
 

Συνεχίζει, "το τι 'ξομολόγες έχω ακούσει, ούτε 'γούμενος σε μοναστήρι. Έχω ξεπαρθενέψει ουου μάτσο τ' αγόρια. Δούλευα στα κρυφά, λίγοι μπαινοβγαίνανε στο σπίτι, κάνα δυό τη 'μέρα δεν ήθελα περ'σότερους, μερικές ΄μέρες δεν ερχότανε κανένας. Πλερωνόμουνα καλά, έκανα και γερό κομπόδεμα."
 

"Θα μου λύσεις μιά απορία ρε Ελενάρα."
 

"Για λέγε."
 

"Τόσα χρόνια σ' αυτή τη δουλειά, το 'κανες χωρίς να νοιώθεις τίποτε;"
 

"Ρε 'μορφονιέ, τι με πέρασες για πάγο; μερικές φορές στην αρχή ένοιωθα, με μερικούς μ' άρεσε, με πας όμως απ' τόνα στ' άλλο. Μιά φορά θυμάμαι, ήρθε ένας κούκλος στο σπίτι, τον είδα και τρελάθηκα, θα περάσετε του λέω, ναι, μου λέει, κάτσε στον καναπέ να σου ψήσω ένα καφεδάκι, κάθεται, του ψήνω τον καφέ κι αρχίζουμε την τσιλάγρα."
 

Συνεχίζει, "Πάνω στην κουβέντα μου ξεφουρνίζει γιατί ήρθε στο μπουρδέλο μου. Ήτανε 'σώγαμπρος, είχε όμορφη γυναίκα αλλά του 'κανε τη ζωή μαύρη, όταν έκανε να την πηδήξει, αυτή του 'λεγε, σιγά, τρίζει το κρεβάτι, όχι τώρα θα μας ακούσει η μάνα μου. Ρε ξέρεις να 'ναι κάποιος νταβραντισμένος κι εσύ να τόνε κόβεις;"
 

Συνεχίζει, "πήγαμε που λες στο κρεβάτι, ταύρος ο δικός σου, μ' άρεσε, γυναίκα, θηλυκό ήμουνα, το 'φχαριστήθηκα το πήδημα. Όταν τέλειωσε έκανε να φύγει, τον ρωτάω, έχεις δουλειά; έπρεπε μου λέει να 'μουνα σήμερα στη Χαλκίδα για κάτι δουλειές, είπα να 'ρθω εδώ σήμερα το βραδάκι, θα πάω αύριο πρωί πρωί στη Χαλκίδα, μη με πάρει χαμπάρι η κυρά μου, γιατί ρωτάς; να, του λέω, κάτσε να κοιμηθείς εδώ απόψε, η κυρά σου δεν θα σε ψάχνει, σε φαντάζεται στη Χαλκίδα."
 

Συνεχίζει, "τα 'χασε τ' ανθρωπάκι, σκέφτηκε λίγο και μου λέει, Τι θα πλερώσω; τίποτις του λέω, είναι δωράκι. Καλά μου λέει, καθόμαστε στο σαλονάκι, πίνουμε τα λικεράκια μας, φτιαχνόμαστε και την πέφτουμε στο κρεβάτι. Τον έβαλα από κάτω και βγάζαμε τα μάτια μας ίσα με το πρωί."
 

Συνεχίζει, το πρωί έφυγε, ερχότανε σαν την κοπάναγε απ' την κυρά του. Με πλέρωνε κι έφευγε. Την είχα βρεί και με κάνα δυό ακόμα, μετά δε μου 'κανε αίσθηση, νέκρα."
 

"Έλα, λέγε τώρα για το Ελενάρα."
 

"Τον καφέ τον τέλειωσες;"
 

"Άσε τώρα τον καφέ, λέγε."
 

"Να βάλω δυό λικεράκια;"
 

"Θα πάμε και στο κρεβάτι;" Γελάω.
 

"Όχι ρε 'μορφονιέ, για το τσιγάρο."
 

"Άντε βάλε."
 

Σηκώνεται, βάζει δυο ποτηράκια λικέρ και ξανακάθεται.
 

'Άντε γειά μας" μου λέει.
 

"Γειά μας."
 

"Πάμε πάλε πίσω, το σπίτι που λες, το 'χα μπουρδέλο έμενα κιόλας, μοναχή μου, παρέες ούτε είχα ούτε γουστάριζα, στις γειτόνισσες είχα πει ότι ο άντρας μου ήτανε ναυτικός κι έλειπε. Το σινάφι μας τ' απόφευγα σαν το διάολο με το λιβάνι δεν ήθελα παρτίδες, φοβόμουνα μη μπλέξω. Όταν έβγαινα όξω, ντυνόμουνα σα παπαδιά, όχι 'ξώβυζα και τέτοια δεν ήθελα να με πάρει χαμπάρι η γειτονιά, πάγαινα καμιά βόλτα και πίσω στο σπίτι."
 

Συνεχίζει, "Μπαΐλντισα μοναχή, ήθελα να κουβεντιάσω με κάποιονε. Ένα πρωί, βγαίνω απ' το σπίτι, καλοντυμένη, σα φιγουρίνι, σεμνά όμως ε, πάω λίγο πιο κάτω απ' το σπίτι σ' έναν καφενέ. Εκεί συχνάζανε όλο άντρες, πιάνω ένα τραπεζάκι για να πιω καφέ μπας και μιλήσω με κανένανε. Άντρες; άντρες, τι μ' ένοιαζε, με άντρες είχα πάρε δώσε στο σπίτι."
 

Συνεχίζει, "Έρχεται πάνω απ' το κεφάλι μου ο καφετζής, με μιά μουστάκα, όσες τρίχες του λείπανε απ' το κεφάλι, τις είχε στη μουστάκα, μου λέει, κυρά μου, τι στρογγυλόκατσες, 'δω είναι καφενές. Για καφέ ήρθα κι εγώ του λέω. Δεν πας σπιτάκι σου να κεντήσεις κάνα τραπεζομάντηλο μου λέει. Θα πιω το καφεδάκι μου κι ύστερις θα πάω, του λέω."
 

Συνεχίζει, "καλάααα, μου λέει, μπαίνει στον καφενέ και μου ψήνει έναν καφέ, τον φέρνει στο τραπεζάκι και μου λέει, άκου, 'δω που κάθεσαι είναι ζόρικα τα πράμματα, αυτοί που βλέπεις, μου δείχνει τους πελάτες του, έχουν κάνει δέκα κι απάνω χρόνια στην ψειρού. Εμένανε τι με νοιάζει, του λέω, εγώ πάντως στο 'πα, μου λέει."
 

Συνεχίζει, "Από δίπλα φωνάζει ένας, Βαγγέλα, φτιάξε μας δυό ούζα, φεύγει ο Βαγγέλας, πίνω το καφεδάκι μου και αρχίζω να κοζάρω τους πελάτες του καφενέ δεν έψαχνα για πελατεία για το σπίτι, κουβεντολόι ήθελα, λακριντί. Με βλέπει ο Βαγγέλας έρχεται κοντά, μου λέει στ' αυτί, πρόσεχε κυρά μου, μπελάδες ψάχνεις;"
 

Συνεχίζει, "Γιατί ρε Βαγγέλα του λέω, τσιλάγρα θέλω να πιάσω. Εδώ 'ρθες για κουβεντολόι μου λέει, πρόσεχε, εγώ στο 'πα. Μετά από λίγο τι κάνω η τρελή, ρωτάω την παρέα που έπιναν ουζάκι, να κεράσω δυό ουζάκια; γυρνάνε κι οι δυό, με κοζάρουνε καλά καλά κι ο ένας με το μαύρο γιαλιστερό μαλλί μου λέει, ποια είσαι του λόγου σου; Ελένη με λένε του απαντάω, μένω 'δω πιο κάτω."
 

Συνεχίζει, "Δεν χαλάμε χατήρια μου λέει, ζόρικη φαίνεσαι, από πούθε είσαι; Του λέω το χωριό μου, στο χωριό σου μου λέει, κάθονται οι γυναίκες στους καφενέδες; Όχι του απαντάω, εδώ είναι Αθήνα δεν είναι χωριό. Καλά ρε τσίφτισσα μου λέει, άντε στην υγειά σου."
 

Συνεχίζει, "όποτες είχα μοναξιές ή στεναχώριες, πάγαινα στον καφενέ, οι πελάτες μ' είχανε μάθει, μου μιλάγανε. Έπινα το καφεδάκι μου είχα και παρεΐτσα. Καθόμουνα πάντοτες μοναχή, οι άλλοι δεν δείχνανε να με θέλουν στο τραπέζι τους. Αυτό σε λίγες 'βδομάδες άλλαξε."
 

Συνεχίζει, "Ο Βαγγέλας που λες, ήτανε κουσκουσάρης, μου 'χε πει για ούλους, τι ήτανε ο καθένας τους, λαθρεμπόροι, λαχανάδες, χασισεμπόροι, μπουζουκτσήδες, όλα. Βράδιασε ΄μορφονιέ, θα το ξενυχτίσουμε;"
 

"Δε μου 'πες για το Ελενάρα, μ' έπρηξες."
 

"Κι αύριο 'μέρα είναι, τώρα που γινήκαμε φιλαράκια, θα 'ρχεσαι να τα λέμε, άμα στα πω ούλα σήμερις δεν θα ξανάρθεις."
 

"Θα έρχομαι ρε Ελενάρα, τζάμπα καφέ, τζάμπα λικεράκι, που θα βρω καλύτερα;"
 

"Άντε καληνύχτα κι όνειρα γλυκά"
 

"Καληνύχτα."
 

Έφυγα τροχάδι για το σπίτι, να γράψω στο τετράδιο όσα μου είχε πει η Ελενάρα. Περάσανε δυο τρεις 'μέρες, είχα διαβάσματα, ένα απόγευμα ξαναπήγα στο σπίτι της. Το μπαλκονάκι ήταν άδειο, τα παντζούρια σφαλιστά. Κάπου θα έχει πάει, σκέφτηκα, πάω στο σπίτι μου να το ρίξω στο διάβασμα. Την άλλη 'μέρα ξαναπήγα στης Ελενάρας, πάλι άδειο το μπαλκόνι και τα παντζούρια θεόκλειστα. Λες νάπαθε τίποτα; χτυπάω την πόρτα. Μιά φορά, δυό φορές, ακούω μιά φωνή βραχνιασμένη. Ήταν η Ελενάρα. Μου ανοίγει την πόρτα και μου λέει.
 

"Καλά που 'ρθες, θα πεθάνω και δεν θα χαμπαριάσει κανένας."
 

"Τι έπαθες;"
 

"Γριπιάστηκα, ψήνομαι στον πυρετό λες κι έχω θέρμη."
 

Μπαίνω στο σαλονάκι, η Ελενάρα φοράει μια ρόμπα είναι ξεκούμπωτη, ανοιχτή μπροστά, από μέσα μιά  διάφανη νυχτικιά, φαίνονται όλα, είναι ξεσουτιένωτη. Τα χάνω, είχε ένα κορμί αγαλματένιο, το στήθος της μπαλκόνι στητό, πλησίαζε τα εξήντα και κρατιότανε, έβαζε κάτω ακόμη και εικοσάρα. Η Ελενάρα πάει στο δωματιάκι της και ξαπλώνει.
 

"Δεν είμαι καλά ρε 'μορφονιέ, βήχω και σα γαϊδούρι"
 

"Να πάω να φωνάξω γιατρό;"
 

"Όχι, γριπούλα είναι, θα μου περάσει."
 

"Να σου φτιάξω ένα τσάι;"
 

"Κάνε ρε φιλαράκι, μ' έπνίξε ο βήχας. Στο κουζινάκι θα 'βρεις το καμινέτο, πάνω στο ντουλάπι έχει τσάι και ζάχαρη, άμα το φτιάξεις βάλε μέσα και λίγο κονιακάκι, έχω στο σαλόνι."
 

Της φτιάχνω το τσάι, της βάζω μέσα και μπόλικο κονιάκ, της το πάω.
 

"Ρε Ελενάρα, να πάω να σου πάρω φάρμακα, να σου περάσει η γρίπη να μαλακώσει κι ο βήχας;"
 

"Ξέρεις ρε 'μορφονιέ ή θα με φαρμακώσεις να βλέπω τα ραδίκια 'νάποδα;"
 

"Ξέρω, πως δεν ξέρω."
 

"Καλά, στο σαλονάκι, στο μπουφέ, μέσα στο συρτάρι έχω λεφτά, πάρε και πάγαινε, μ' έπνιξε ο βήχας, πάνω στο τραπέζι είναι τα κλειδιά, μη σηκώνομαι να σ΄ανοίγω."
 

Παίρνω τα λεφτά και τα κλειδιά, τρέχω στο φαρμακείο και της παίρνω κάτι για τον βήχα, ένα αντιπυρετικό κι αντιβίωση. Γυρνάω και της τα δίνω. Κάθομαι σε μιά καρέκλα.
 

"Νάσαι καλά ρε 'μορφονιέ, θα ψοφολογήσω και κανένας δεν θα πάρει χαμπάρι, σαν τη μάνα μου, που τα τίναξε και τη βρήκανε μετά από 'μέρες, είχε βρωμίσει. Κάποια 'μέρα θα σου πω την ιστορία, είναι απ' τις λυπητερές."
 

"Γίνε πρώτα καλά και θα μου την πεις."
 

Κάθομαι για να της κάνω παρέα, η Ελενάρα βήχει, πρέπει να έχει πυρετό.
 

"Έχεις θερμόμετρο;"
 

"Έχω, εδώ στο συρταράκι."
 

Το βρίσκω, της το δίνω, σε λίγο κοιτάω, τριάντα εννιά και κάτι.
 

"Δε φεύγω αν δεν σου πέσει ο πυρετός."
 

"Δεν έχεις διαβάσματα;"
 

"Μπορώ εγώ να διαβάζω κι εσύ να ψήνεσαι στον πυρετό; δεν φεύγω, το πολύ πολύ να κοιμηθώ εδώ στην καρέκλα."
 

"Είμαι γερό σκαρί ρε 'μορφονιέ, μη φοβάσαι."
 

"Πάω λίγο στο σαλόνι να βλέπω φωτογραφίες;"
 

"Πάγαινε, άμα μου πέσει ο πυρετός, να πας κι εσύ σπιτάκι σου να διαβάσεις, τι διάολο, πως θα τελειώσεις, με τις ιστορίες της Ελενάρας;"
 

"Καλά, θα πάω, να πέσει πρώτα ο πυρετός."
 

Στο σαλόνι κοιτάζω τις φωτογραφίες, α ρε και να 'τανε στα χρόνια μου, πολύ ομορφιά. Μετά καμιά ώρα, της ξαναδίνω το θερμόμετρο, έχει ιδρώσει, είναι παπί.
 

"Έπεσε ο πυρετός, σήκω να κάνεις ένα μπάνιο, ν' αλλάξεις."
 

"Να σηκωθώ; μιά κουβέντα είναι, φοβάμαι μη γκρεμοτσακιστώ."
 

"Κι εγώ τι κάνω; τζάμπα κάθομαι; θα σε βοηθήσω."
 

"Με τα ρούχα θα κάνω μπάνιο;"
 

"Όχι, θα τσιτσιδωθείς."
 

"Κι εσύ θα παίρνεις μάτι;"
 

"Όχι ρε Ελενάρα, θα κοιτάω απ' την άλλη, έλα τώρα που σε πιάσανε οι ντροπές σου, σχολιαροπαίδα είσαι;"
 

"Καλά, καλά, μιά κουβέντα είπα κι αμέσως αρπάχτηκες, βόηθα με να σηκωθώ."
 

Την βοηθάω, παίρνει απ' ένα συρτάρι μια νυχτικιά κι ένα βρακί, βγάζει τη ρόμπα, Είναι σχεδόν γυμνή, η νυχτικιά που φοράει είναι σαν τούλι, έχει κολλήσει απάνω της απ' τον ιδρώτα, φαίνονται όλα τα κάλη της και δεν είναι λίγα, την πάω μέχρι το μπάνιο. Σε λίγο βγαίνει, είναι καλύτερα. Αλλάζουμε τα σεντόνια. Ξαπλώνει στο κρεβάτι και μου λέει.
 

"Άντε τώρα στο σπιτάκι σου ρε 'μορφονιέ, είμαι καλύτερα, αύριο θα 'μαι περδίκι."
 

"Φεύγω, αύριο το πρωί πριν πάω για μάθημα θα περάσω να σε δω, θα σου φέρω λίγο γάλα, να πιείς τα φάρμακα."
 

" 'Ντάξει, θα πας όμως στο μάθημα."
 

"Ναι, θα πάω, άντε καληνύχτα."
 

Το πρωί  πέρασα απ' της Ελενάρας, ήταν όντως καλύτερα. Το απόγευμα μου 'πε να πάω για καφεδάκι. Έτσι κι έγινε. Μόνο που δεν κάτσαμε στο μπαλκονάκι αλλά μέσα στο σαλόνι.

---------------------------------------------------------------------------------------
Αρχίζουν τα ζόρικα.
---------------------------------------------------------------------------------------
 

Μέχρι τώρα οι ιστορίες της Ελενάρας ήτανε μπορείς να πεις όμορφες, φυσικά είχε γίνει πόρνη αλλά δεν είχαν οι ιστορίες της βία και θλίψη. Αυτό άλλαξε.
 

"Φιλαράκι, σήμερα θα σου πω για τ' όνομα."
 

"Ρε Ελενάρα, δεν έχω μολύβι και χαρτί."
 

"Θα τα θυμάσαι σίγουρα. Δούλευα που λες στο σπίτι, πάγαινα και με το ντιγκιντάγκα στις σπιταρώνες, τσάκωνα κι από 'κει κάμποσα, έπιανα και πελάτες. Ένα πρωί, καθόμουνα στον καφενέ του Βαγγέλα. Τα τραπεζάκια ήτανε φίσκα, όλα τα αγιόπαιδα, ήτανε κι ο Σινιόρος, ένας πολύ μάγκας και νταής, είχε ούλα τα ποινικά στην πλάτη. Ασκημομούρης."
 

Συνεχίζει, "Ξαφνικά φανήκανε από δεξιά κι από ζερβά καμιά δεκαριά αστυφυλάκοι. Σύρμα λέει κάποιος, ο Σινιόρος δίνει ένα σάλτο και μπουκάρει στον καφενέ. Τρέξανε οι αστυφυλάκοι, μπήκανε μέσα στον καφενέ, άφαντος ο Σινιόρος, την είχε κοπανίσει απ' την πίσω πόρτα. Μας μπουζουριάζουνε ούλους, μας φορτώνουνε σ' ένα καμιόνι και μας πάνε στο τμήμα."
 

Συνεχίζει, "Εκεί μας καθήσανε σε καρέκλες στη σειρά, καμιά δεκαριά νοματαίοι. Έρχεται ένας αψηλός με ένα μουστακάκι και λέει, ένας ένας στη σήμανση. Μας παίρνει ένας πολιτσμάνος έναν έναν, μας πάγαινε σ' ένα γραφείο. Με πήγανε κι εμένα, μου μελενιάσανε τα χέρια, πήρανε 'ποτυπώματα."
 

Συνεχίζει, "Μετά ξανακάτσαμε στις καρέκλες, άρχισε ο αψηλός με το μουστακάκι να ρωτάει. Ήτανε στον καφενέ ο Σινιόρος; Κανένας δεν τ' απάνταγε. Έρχεται μπροστά σε 'μένα και μου λέει, εσύ τον είδες τον Σινιόρο; δεν τόνε ξέρω του απαντάω. Μου δίνει ένα σκαμπίλι, πήγα να τσακιστώ μαζί με την καρέκλα. Δεν τόνε ξέρεις μωρή τσούλα, μου λέει. όχι να σε χαρώ δεν τόνε ξέρω, τρώω δεύτερο σκαμπίλι.
 

Συνεχίζει, "με ποιόνε από δαύτους νταραβερίζεσαι μωρή; μου λέει, με κανένανε του λέω. Και τι έκανες στον καφενέ, έπλεκες; όχι του λέω, έπινα καφεδάκι, σε ποιόνε τα πουλάς αυτά μου λέει κι ετοιμάζεται για τρίτο σκαμπίλι, βάζω τα χέρια μου μπροστά στη μούρη μου, είχε βαρύ χέρι ο μπαγάσας."
 

Συνεχίζει, "Φωνάζει έναν πολιτσμάνο, πάρτους του λέει, όσοι δεν είναι φυγόδικοι να φύγουν. Τη μανταμίτσα; τον ρωτάει ο πολιτσμάνος. Αυτήνε άστηνε, να μάθουμε τι καπνό φουμάρει. Είσαι παντρεμένη; όχι του λέω, και πως ζεις; πως τα βολεύεις; Δουλεύω σ' ένα  ραφτάδικο, που είναι; με ρωτάει, του δίνω την αντρέσσα. Γυρνάει σ' έναν άλονε, πάρ' το τζιπάκι και πάγαινε να δεις αν λέει αλήθεια, γυρνάει σε 'μένανε, αν μου λες ψέμματα τσουλάκι, θα σε χώσω μέσα."
 

Πίνει λίγο καφέ, ανάβει ένα τσιγάρο, την πνίγει ο βήχας και το σβήνει.
 

"Ανάθεμα την ώρα που σ' έμαθα."
 

"Μετά τι έγινε;"
 

"Μ' αφήσανε, ο ντινγκιντάγκας τους είπε ότι δούλευα στο ραφτάδικο, ήτανε σπαθί ο ντιγκιντάγκας. Το άλλο πρωί, πήγα ξανά στον καφενέ, σιγά μη φοβόμουνα τους μπάτσους. Όταν με είδανε, φωνάζει ένας, ρε καλώς την Ελενάρα. Αυτό ήτανε, μου το κόλλησε. Έλα να κάτσεις στο τραπέζι μας, μου λέει. Κάθομαι στο τραπέζι τους, ήτανε τρεις, αυτός που μου κόλλησε τ' όνομα κι άλλοι δυό, αυτός με το λιγδιασμένο μαλλί κι ο κολλητός του, αυτοί καθόσαντε πάντα μαζί, σα διδυμάκια."
 

Συνεχίζει, "Βαγγέλα, φωνάζει ο λιγδιασμένος, ψήσε καφέ της Ελενάρας. Αμέσως απαντάει από μέσα ο Βαγγέλας. Έρχεται το καφεδάκι, τσιγαράκι; μου λέει ο λιγδιασμένος, δεν φουμάρω, του λέω, δεν φουμάρεις; πάει με τον καφέ, καλά δόσ' μου ένα, του λέω, τ' ανάβω, πνίγηκα, με το πας κάτω, μου λέει, έτσι το 'μαθα, ανάθεμα την ώρα."
 

Συνεχίζει, "Τραγουδάς καθόλου; με ρωτάει ο λιγδιασμένος, όχι τ' απαντάω, καθόλου; με ξαναρωτάει, όχι του ξαναλέω. Κρίμας ρε Ελενάρα, αν το λάλαγες λίγο, θα σ' έβγαζα στο πάλκο και θα γινότανε χαμός, λιτανεία ο κόσμος. Έχεις τσαγανό μου λέει, κι ας είσαι από χωριό. Ο λιγδιασμένος με τον κολλητό του ήσαντε μπουζουκτσήδες.
 

Συνεχίζει, "Σε μιά στιγμή γέρνει ο λιγδιασμένος κατά 'μένα, τον αγριοκοιτάζω, σιγά ρε Ελενάρα μου λέει, δε δαγκώνω, σκύψε, να σου πω κάτι στ' αυτί θέλω. Σκύβω και μου λέει. Στο Βαγγέλα μη λες τα βαριά σου μόνο κάνα 'λαφρύ, δίνει ραπόρτο στους ασφαλίτες. Ρουφιάνος είναι; τόνε ρωτάω,  Ο Βαγγέλας μου λέει, μαθαίνει δέκα και ξερνάει τα δυό, τα πιο αλαφρά, τα βαριά φοβάται μη τόνε βρούνε πεταμένο σε κάνα χαντάκι, γιατί το κάνει;  ρωτάω, ρε Ελενάρα μπορεί να κρατήσει κάποιος καφενέ άμα δεν έχει παρτίδες μ' ασφαλίτες; γιατί; τόνε ρωτάω, που ζεις ρε Ελενάρα, θα του το κλείσουνε, έχει δυό παιδιά. Καλά του λέω, εσείς γιατί έρχεστε στον καφενέ του, δεν φοβάστε; γελάει, εδώ ρε Ελενάρα λέμε μόνο τ' αλαφρά, γκέκε; Πάγαινα συχνά στου Βαγγέλα για καφεδάκι, ούλοι με φωνάζανε Ελενάρα, μ' άρεσε.
Μορφονιέ, λέω να ξαπλάρω, εσύ τα φόρτωσες στον κόκκορα;"
 

"Καλά λες, πέρασε η ώρα, φεύγω καληνύχτα, θα ξανάρθω, έτσι;"
 

"Να 'ρθεις την Κυριακή απ' το πρωί, να κάτσουμε, μετά θα ντερλικώσουμε, θα 'χω γκιουβέτσι."
 

"Καλά, θα 'ρθω. Νόμιζα ότι δεν μαγείρευες."
 

"Μ' εσένα που 'μπλεξα θα το παίξω νοικοκυρά."
 

Πράγματι την Κυριακή πήγα πρωί στης Ελενάρας, ήπιαμε καφεδάκι και χαζεύαμε τις φωτογραφίες. Την ρώταγα πότε είναι, ποιοι είναι και διάφορα άλλα. Μου εξηγούσε. Μετά η Ελενάρα πήγε στο κουζινάκι της να κόψει σαλάτα. Εγώ συνέχιζα να είμαι στο σαλόνι. Πάνω απ' το μπουφέ είχε ένα ντουλαπάκι, τα πορτάκια του είχανε τζάμια. Κοίταξα μέσα απ' τα τζάμια και βλέπω ένα στιλέτο, ένα γράμμα και δύο μαντηλάκια δεμένα κόμπο. Η Ελενάρα τέλειωσε με την σαλάτα κι έρχεται στο σαλονάκι.
 

"Ρε 'μορφονιέ, ξέρεις πόσα χρόνια έχω να μαγερέψω, όλο στο μαγέρικο έτρωγα."
 

"Ελενάρα, στο ντουλαπάκι έχεις ένα στιλέτο, φοβάσαι τους κλέφτες; τι θα κάνεις με το στιλέτο, θα τους σφάξεις;"
 

"Στης Ελενάρας δεν μπαίνουνε κλέφτες πανεπιστημιάκια, έχω ένα όνομα στην πιάτσα. Είν' ενθύμιο απ' τα σκληρά τα χρόνια."
 

"Ποια σκληρά χρόνια, τι εννοείς;"
 

"Τι νόμισες ρε 'μορφονιέ, το να 'σαι πουτάνα 'κείνο τον καιρό ήτανε βολτίτσα στα χαμομήλια; στις  εξοχές; χίλιοι δυό κινδύνοι, ποτές δεν ξέρεις τι καπνό φουμάρει ο καθένας, από που θα σου 'ρθει."
 

"Έχει δηλαδή την δική του ιστορία το στιλέτο; θα μου την πεις;"
 

"Άμα φάμε, θα στην πω."
 

"Αργεί ακόμα το φαγητό, λέγε να περάσει η ώρα."
 

"Καλά, καλά. Ούτ' ανακριτής να 'σουνα."

---------------------------------------------------------------------------------------
Η ασχημόφατσα.
------------------------------------------------------------------------------
 

"Είχα που λες το σπίτι, όλα παγαίνανε ρολόι, μια 'μέρα χτυπάει η πόρτα. Ανοίγω, ένα μπατσόνι. Τι διάολο θέλει πρωί πρωί, δος μου την ταυτότητά σου, μου λέει, πάω, του τη φέρνω, μου δίνει ένα χαρτάκι, μέχρι το μεσημέρι μου λέει, θα πας σ' αυτήνα 'δώ τη διεύθυνση, θα ζητήσεις αυτόνανε που γράφει το χαρτί, κοίτα μη δεν πας, κάηκες, θα πάω, του λέω."
 

Συνεχίζει, έφυγε, κοιτάω το χαρτί, κατάλαβα, στο τμήμα έπρεπε να πάω. Μιά και δυό το κόβω με το πόδι και πάω. Ρωτάω, μου δείχνουνε ένα γραφείο. Μπαίνω μέσα. Καλημέρα λέω σ' ένανε 'ξωματικό, ποια είσαι 'συ, τι θέλεις, με ρωτάει άγρια, του δίνω το χαρτάκι, α, εσύ είσαι η Ελένη ........Ναι του λέω."
 

Συνεχίζει, "άκου με με προσοχή, μου λέει. Έχω πληροφορίες ότι στο σπίτι σου δέχεσαι άντρες, το 'χεις κάνει πορνείο. Άδεια δεν έχεις, είσαι αδήλωτη. Ή θα το κλείσεις και θα πας στο χωριό σου να βρεις κάνα βλαχάκι να παντρευτείς ή θα βγάλεις άδεια, να δηλωθείς. Αμα κάνεις του κεφαλιού σου, θα 'ρθω θα στο κλείσω και θα σε χώσω μέσα. Κατάλαβες; Κατάλαβα του λέω, να βγάλω άδεια, να δηλωθώ, τι πρέπει να κάνω;"
 

Συνεχίζει, "να μη στα πολυλογάω, μου 'πε, έτρεξα κάμποσες 'μέρες, έκανα τα χαρτιά και πήρα την άδεια. Τι με πείραζε, πουτάνα ήμουνα, η δήλωση θα με μάραινε. Μετά πάω στο ντιγκιντάγκα, στο ραφτάδικο. Του λέω τα καθέκαστα και ότι δεν θα ξαναπάγαινα στις σπιταρώνες. Ο ντιγκιντάγκας ήτανε καλό ανθρωπάκι, μου λέει, Ελενίτσα εμένα δε με κόφτει, εγώ ρούχα πουλάω, να 'ρχεσαι να κάνουμ' επιδείξεις, να 'κονομάω κι εγώ, να τσεπώνεις και 'συ το εξτρά σου. Περνάει η μπογιά σου."
 

Συνεχίζει, "Ο κουνιστός που λες, μπορεί να ήτανε πούστης αλλά 'ξηγιότανε σπαθί, τις γυναίκες που δουλεύανε στο ραφτάδικο, τις αγάπαγε, ούλες, αυτές καμιά φορά σαν έκανε τσαχπινιές και σκέρτσα, γελάγανε. Τότε ο ντιγκιντάγκας τους έλεγε, γελάτε όρνιθες; που να σας φυτρώσει μουστάκι Κωλοκοτρονέικο. Γέλαγε κι αυτός. Καλή του ώρα αν ζει."
 

"Ελενάρα μακριά το πας, θα 'χει γίνει και το φαγητό."
 

"Ρε καλά που μου το 'πες, το ξέχασα, πετάγομαι μέχρι τον φούρνο, έφτασα."
 

Η Ελενάρα φεύγει για τον φούρνο κι εγώ κοιτάω πάλι φωτογραφίες. Σε λίγο η Ελενάρα έρχεται, κάτσε να το φάμε, μου λέει, τώρα που' ναι ζεστό. Καθόμαστε, τρώμε και μετά πάμε στο μπαλκονάκι για καφεδάκι.
 

"Έλα, λέγε, τι έγινε μετά;"
 

"Ρε πανεπιστημιάκια, όλο εγώ θα λέω, εσύ δεν θα μου πεις τίποτις;"
 

"Τι να σου πω ρε Ελενάρα, εγώ μέχρι προχτές πήγαινα σχολείο."
 

"Να μου πεις για την ξανθούλα που σε είδα τις προάλλες."
 

"Τι να σου πω΄"
 

"Τι καπνό φουμάρει, τα 'χετε φτιάξει; γκομενίτσα σου είναι;"
 

"Ναι, ρε Ελενάρα, είναι καλό κορίτσι, είναι το κορίτσι μου."
 

"Κοίτα κακομοίρη μου, μην της τάξεις στεφάνι και τήνε κοπανήσεις γιατί θα σέ 'βρω κι αλίμονό σου και στου βοδιού το κέρατο να χωθείς θα σέ 'βρω."
 

"'Οχι ρε Ελενάρα, για τέτοιον μ' έχεις;"
 

"Ξέρω 'γω, δερβισόπαιδο φαίνεσαι αλλά άντρας δεν είσαι και του λόγου σου;"
 

"Άστα αυτά τώρα, λέγε τι έγινε μετά, θα με φάει η αγωνία."
 

Ανάβει τσιγάρο.
 

"Που 'χαμε μείνει; Α ναι, αφού έβγαλα τα χαρτιά, πάγαινα και στου ντιγκιντάγκα, 'κονόμαγα χοντρά. Η γειτονιά με πήρε χαμπάρι, καταλάβανε τι δουλειά έκανα, το 'χανε ψιλιαστεί απ' τα πριν. Μιά 'μέρα πήγα στον καφενέ, βλέπω μιά αγριόφατσα, μαύρο ριγέ κουστούμι, άσπρο πουκάμισο, μαύρη γραβάτα, δεν τον είχα ματαδεί, ρωτάω τον Βαγγέλα, ούτε αυτός τον ήξερε. Με κοίταγε περίεργα κι όλο έστριβε το μουστάκι του. Δεν του 'δωσα σημασία, για πελάτης δεν μου 'κανε, φαινότανε μπατίρης, ρέστος."
 

Συνεχίζει, "Πίνω τον καφέ και πάω για το σπίτι, μπαίνω μέσα, κινάω το καθάρισμα, το σπίτι το 'χα πάντοτες στην πένα, σε λίγο χτυπάει η πόρτα, ανοίγω και βλέπω την αγριόφατσα. Μπαίνει μέσα στο σαλονάκι, είναι πρωί του λέω, δεν δουλεύω ακόμα, άσε που καθαρίζω. Ξαφνικά μου χώνει μιά μπουνιά στην κοιλιά, πήγα να λιγοθυμίσω, πέφτω στον καναπέ και κρατάω την κοιλιά μου."
 

Συνεχίζει, "Τι 'πες μωρή τσούλα, μου λέει. Έλα το βραδάκι του λέω η τρελή, να ξέρεις όμως, εγώ παίρνω πολλά. Όπως ήμουνα καθισμένη στον καναπέ, έρχεται από πάνω μου και μου τραβάει δυό σκαμπίλια. Θα 'ρχομαι όποτε μου γουστάρει, μου λέει, σιγά μη σε πλερώνω, θα μου κάνεις τα κέφια μου και θα μου τα ρίχνεις, γκέκε; τραβάει απ' την τσέπη του ένα στιλέτο, αυτό που 'δες, μου το χώνει κάτω απ' τη μύτη, θα σε χαράκωνα τώρα μωρή αλλά θέλω ν' αρέσεις, να τους τα παίρνεις και να μου τα σκας."
 

Συνεχίζει, "χέστηκα πάνω μου, Ελενάρα είπα μέσα μου, έμπλεξες, παίξτο χαζή γιατί σε βλέπω σημαδεμένη. 'Ντάξει του λέω ρε μάγκα ότι πεις, φέρε το χρήμα, μου λέει, στην τσάντα μου είναι στο πορτοφολάκι, του δείχνω, παίρνει την τσάντα, την αδειάζει στον καναπέ, ανοίγει το πορτοφολάκι και μου λέει, τι είναι αυτά μωρή, για σαλεπιτζή με πέρασες, σηκώνει το χέρι για σκαμπίλι, όχι ρε μάγκα του λέω, μη με βαράς, αυτά έχω τώρα, έλα αύριο το πρωί θα σου 'χω πολλά."
 

Συνεχίζει, "τη γλύτωσα, έφυγε και μου 'πε πως θα ξαναρχότανε την άλλη ΄μέρα, να κανονίσω να 'χω πολλά γιατί αλλιώς θα με πάει στο μπουρδέλο του, να με πηδάνε σαράντα νοματαίοι τη 'μέρα. 'Κείνο το βράδυ δεν δούλεψα, κλειδαμπάρωσα και σκεφτόμουνα τι να κάνω. Την άλλη 'μέρα πρωί πρωί πάω στην αγορά και παίρνω λίγο σκοινί."
 

"Σκοινί, τι θα το έκανες;"
 

"Κάτσε ντε, θα σου πω. Ύστερις έρχεται που λες η αγριόφατσα, μπαίνει στο σπίτι, κάτσε του λέω να σου ψήσω καφεδάκι, γουστάρω κρεβάτι μου λέει, 'ντάξει του λέω, πιες πρώτα ένα καφεδάκι, να 'τοιμαστώ, τα λεφτά τα 'χεις μου λέει, τα 'χω του λέω, μπόλικα μπόλικα. Κάθεται, του ψήνω τον καφέ και του λέω, πιες το καφεδάκι σου πασά μου, εγώ πάω να σου φέρω το χρήμα. Πάω στο κουζινάκι και παίρνω ένα τηγάνι. Όπως έπινε τον καφέ, τον πλησιάζω σιγά σιγά από πίσω και του δίνω μιά τηγανιά στο κεφάλι.  Φοβήθηκα μήπως τα κακάρωσε, μπα, λιγόθυμος ήτανε, τόνε δένω πισθάγκωνα, παίρνω το ξουραφάκι που ξούριζα τα πόδια μου και του ξουρίζω το μουστάκι. Μετά παίρνω το στιλέτο απ' την τσέπη του, ψάχνω το σακκάκι του, βρίσκω τα λεφτά του, παίρνω όσα μου 'χε πάρει και τ' άλλα τα ξαναβάζω πίσω."
 


Συνεχίζει, "του ρίχνω ένα κουβά νερό, του κολάω το στιλέτο στη μούρη και του λέω, σε 'μένα ρε πούλησες νταβατζιλίκι, στην Ελενάρα; Προχώρα. Τόνε πάω σπρωξίδι μέχρι τον καφενέ του Βαγγέλα. Εκεί ήσαντε καμιά δεκαριά πελάτες, μόλις μ' είδανε σηκωθήκανε ούλοι, βλέπουνε την ασκημόφατσα με ξουρισμένο το μουστάκι, το στόμα του ήτανε σαν τον κώλο της μαϊμούς. Σκάσανε στα γέλια."
 

Συνεχίζει, "Φτάνουμε στον καφενέ, το στιλέτο του το 'χα 'κουμπισμένο στον λαιμό, βγαίνει ο Βαγγέλας και μου λέει,  Ελενάρα άστονε, θα σαπίσεις πίσω απ' τα σίδερα. Γυρνάω στην ασκημόφατσα και του λέω, νταβατζιλίκι στην Ελενάρα ρε, η Ελενάρα νατβατζήδες δεν σηκώνει. Έρχεται κοντά ο λιγδιασμένος, τόνε πιάνει απ΄τα πέτα, ψευτόμαγκα του λέει, εδώ δεν σε παίρνει, πάρ' τον κώλο σου κι αλλού, σ άλλο μαχαλά. Άστονε ρε Ελενάρα, μου λέει. Πράγματις, κόβω το σκοινί που τον είχα δεμένο και τον αφήνω, το 'βαλε στα πόδια, από τότες δεν ξαναφάνηκε."
 

"Που το βρήκες το κουράγιο ρε Ελενάρα;"
 

"Τι να 'κανα; έπρεπε να ρίξω ζαριά, για να του τα σκάω ούτε λόγος, ή θα με χαράκωνε ή θα με πήγαινε στο μπουρδέλο του. Τι νόμισες το να 'σουνα πουτάνα 'κείνο τον καιρό ήτανε περίπατος; Αν δεν είχες κότσια, δούλευες σαν το σκυλί, στα παίρνανε, σε ρίχνανε στην πρέζα κι από 'κει για τα θυμαράκια. Γκέκε;"
 

"Μέσα στο ντουλαπάκι έχεις ένα γράμμα και δυο μαντηλάκια δεμένα κόμπο, αυτά τι έιναι;"
 

"Αυτή είναι λυπητερή ιστορία, θα στην πω καμιά άλλη φορά."
 

Μ' έτρωγε η περιέργεια να μάθω για το γράμμα και τα μαντηλάκια, προσπάθησα μιά δυό φορές να μου πει την ιστορία τους αλλά η Ελενάρα το απέφευγε. Τελικά μιά ΄μέρα την στρίμωξα και μου είπε.
 

"Ρε Ελενάρα, γιατί δεν μου λες την ιστορία για το γράμμα και τα μαντηλάκια;"
 

"Είναι λυπητερή 'μορφονιέ, για πλερέζες, καλά δεν είμαστε, να πούμε κανένα χωρατό να σκάσει το χειλάκι μας;"
 

"Θα μ' αφήσεις με την περιέργεια; Αφού κάποια 'μέρα θα μου την πεις, πες την τώρα, αν σε στεναχωρεί ν' αλαφρώσεις."
 

"Ούτε ανακριτής να 'σουνα ρε 'μορφονιέ. Πάω να βάλω δυό ποτάκια να πάρω θάρρος, έχω ουισκάκι, θες;"
 

Προκειμένου να μου πει την ιστορία έκανα και τούμπες.
 

"Άντε, βάλε, να ξέρεις όμως ότι δεν το σηκώνω το ποτό, από ένα θα πιούμε."
 

" 'Ντάξει, δεν θα γίνουμε και κουδούνια, από ένα άντε δυό."
 

Σηκώνεται, βάζει δυό ουισκάκια, φέρνει μαζί και το μπουκάλι. Ωχ, σκέπτομαι, θα πιούμε κάμποσα κι εγώ δεν το σηκώνω το ρημάδι. Τι να κάνω όμως, μ' έπνιγε η περιέργεια. Κάθεται κι αρχίζει.
 

"Όταν πιάστηκα λίγο, λέω, Ελενάρα πρέπει να στείλεις λίγα λεφτά στη μάνα σου. Της γράφω ένα γράμμα, της διπλώνω μέσα στο γράμμα χαρτούρα, να μη φαίνονται και της το 'στειλα. Τη φλόμωνα στο ψέμμα, τι να της έλεγα, ότ' ήμουνα πουτάνα;"
 

Συνεχίζει, "της έγραφα οτ' είχα ραυτάδικο και 'κονόμαγα, η μάνα μου δεν ήξερε πολλά γράμματα, σίγουρα θα το πάγαινε στον παπά να της το διαβάσει. Έτσι γένηκε. Σε λίγες 'μέρες μου χτυπάει ο ταχυδρόμος, η κα. Ελένη ...... με ρωτάει, ναι του απαντάω, έχεις γράμμα, μου λέει και μου το δίνει."
 

Σηκώνεται, πάει στο μπουφέ και γυρίζει με το γράμμα που είχε φυλαγμένο, αυτό που είχα δει. Κάθεται, ανάβει τσιγάρο, πίνει το ποτό, βάζει στο ποτήρι της άλλο. Ανοίγει το γράμμα, αναστενάζει, μέσα είναι μία κόλα χαρτί και μερικά χαρτονομίσματα. Χαϊδεύει το χαρτί και λέει.
 

"Α ρε μάνα, πάρτο ρε πανεπιστημιάκια που ξέρεις καλά τα γράμματα, διάβασ' το."
 

Διαβάζω, είναι ένα κακογραμμένο κείμενο γεμάτο ορθογραφικά λάθη.
 

"ελένι, μι στέλις λεφτά, τι να τα κάνο, φίλα τα μορί σκίλα να κάνις πρίκα να στεφανοθίς έλα στο χοριό να με δις.
 ι μάνα.

 

Η Ελενάρα βάζει τα κλάμματα.
 

"Είδες τι μου 'κανες ρε πανεπιστημιάκια, με πήραν τα ζουμιά, πάω να νιφτώ κι έρχομαι."
 

Δεν είχα ξαναδεί την Ελενάρα να κλαίει. Η αλήθεια είναι ότι στεναχωρήθηκα αλλά σκέφτηκα ας κλάψει, να ξαλαφρώσει. Σε λίγο έρχεται.
 

"Είσαι εντάξει;"
 

"Καλά είμαι."
 

"Μήπως θες να σταματήσεις;"
 

"Όχι, σου 'πα, καλά είμαι. σαν έλαβα το γράμμα που λες, μ' έπιασε κάψα για το χωριό μου, ήθελα να δω και τη μάνα μου. Δεν το πολυσκέφτηκα, την άλλη 'μέρα πάω στο πραχτορείο και ντουγρού για το χωριό. Έφτασα το σούρουπο. Πάω στο σπίτι μου, μπαίνω μέσα, η μάνα μου καθότανε στο κρεβάτι της."
 

Συνεχίζει, "Σα με είδε, βάζει κάτι κλάμματα, σκύλλα, που ήσουνα τόσο καιρό, τήνε ξέχασες τη μάνα σου. Αγκαλιαζόμαστε, κλάψαμε για λίγο. Μάνα της λέω, αύριο θα φύγω, με περιμένει πολύ δουλειά στο ραυτάδικο. Μαζεύεις μωρή σκύλλα κάνα φράγκο; να βάλεις στεφάνι; ναι ρε μάνα, μαζεύω. Έλα να σου δείξω μου λέει. Με πάει σ' ένα μπαουλάκι που 'χε, τ' ανοίγει και βγάζει από μέσα τα δυό μαντηλάκια που 'δες στο μπουφέ."
 

Σηκώνεται πάει στο μπουφέ και φέρνει τα μαντηλάκια. Αυτά είναι ότι έχω απ' τη μάνα μου, μου λέει. Κάθεται και λύνει το πρώτο. Μέσα είχε κάμποσα χαρτονομίσματα τυλιγμένα ρολάκι, ένα ζευγάρι βέρες κι ένα σημείωμα. Στο σημείωμα έγραφε, πρίκα τις ελένις. Λύνει και το δεύτερο, μέσα είχε πάλι μερικά χαρτονομίσματα τυλιγμένα κι αυτά ρολάκι κι ένα σημείωμα, έγραφε, τις κιδιας. Τα 'χασα, παρα λίγο να βάλω τα κλάμματα, ένας κόμπος στο λαιμό παραλίγο να με πνίξει.
 

"Ελενάρα, βάλε λίγο ουισκάκι."
 

"Σε πιάσανε τα ψυχοπονιάρικα;"
 

"Ρε βάλε σου λέω, βάλε να πιούμε."
 

Ήπιαμε, πόσα δεν θυμάμαι. Κούτσα κούτσα πήγα στο καμαράκι μου. Σκεφτόμουνα όλη τη νύχτα. Η Ελενάρα ήτανε πολύ πονεμένος άνθρωπος, πέρασε πολύ δύσκολα και σκληρά χρόνια. Την εκτίμησα περισσότερο. Για πολύ καιρό πήγαινα στης Ελενάρας αλλά δεν τη ρώταγα τίποτε. Πέρασε ο καιρός, πάλι εξετάσεις και μετά διακοπές για το καλοκαίρι. Πήγα στης Ελενάρας την χαιρέτησα και της υποσχέθηκα ότι θα ξανάρθω μετά το καλοκαίρι. Χαιρέτησα και τον κυρ' Πέτρο. Το Σεπτέμβρη, ήρθα και η ζωή συνεχίστηκε με την Ελενάρα και τον κυρ' Πέτρο. Μου 'δειχναν τόση αγάπη που με σιγκινούσε. Μιά 'μέρα ήμουνα στης Ελενάρας.
 

"Ρε 'μορφονιέ, τι γένηκε δεν θες πια ιστορίες απ' την Ελενάρα;"
 

"Θέλω, πως δεν θέλω, τι θα μου πεις σήμερα;"
 

"Θα σου πω άλλη μία λυπητερή."
 

"Ωχ, ωχ, πάλι ουισκάκια; Πάλι κλάμματα;"
 

"Όχι, την άλλη φορά που σου 'πα για τη μάνα μου μου 'φυγε το βάρος, μου 'κανε καλό που τα 'βγαλα από μέσα μου, ξαλάφρωσα. Σήμερις θα σου πω τι γένηκε σαν πέθανε η μάνα μου. Ένα απόγιομα χτυπάει η πόρτα, ήτανε ο ταχυδρόμος, Ελένη ..... φώναξε, εγώ είμαι του 'πα, τελεγράφημα μου λέει και μου το δίνει. Διαβάζω και μου 'ρχεται ταμπλάς. Η μάνα σου πέθανε τη θάψαμε σήμερα το πρωί."
 

Συνεχίζει, "Τα παρατάω ούλα όπως ήτανε και τρέχω στο πραχτορείο, νύχτα έφτασα στο χωριό. Πάω στο σπίτι μου, αποκοιμιέμαι απ' την κούραση,. Την άλλη 'μέρα πρωί, πρωί πάω βρίσκω τον παπά. Αυτός το 'χε στείλει το τελεγράφημα. Πάμε μου λέει να σου δείξω που την θάψαμε, λυπάμαι αλλά είχε μείνει πεθαμένη για 'μέρες και βρώμισε, έπρεπε να τη θάψουμε δεν προλάβαινες να 'ρθεις."
 

Συνεχίζει, "Πάμε που λες στο νεκροταφείο, μου δείχνει τον τάφο. Τήνε είχανε θάψει δίπλα στον τάφο του πατέρα μου. Παπά μου του λέω, ποιος φτιάχνει σταυρούς, να της βάλω ένανε, χριστιανή ήτανε, ν' αλλάξω και τον ξύλινο του πατέρα μου, σάπισε. Μου 'πε, τρέχω στο διπλανό χωριό που 'τανε πιο μεγάλο, βρίσκω το μαρμαρά. Την άλλη 'μέρα ήτανε έτοιμοι, ήρθε στο χωριό και τους έβαλε στους τάφους."
 

Συνεχίζει, "Γυρνάω στο σπίτι, ψάχνω στο μπαουλάκι, βρίσκω τα μαντηλάκια που 'χε η μάνα μου, τα παίρνω. Την άλλη 'μέρα πάω στο διπλανό χωριό, η μάνα μου είχε εκεί μιά ανεψιά. Τήνε βρίσκω και πάμε στην πόλη στο συμβολαιογράφο, της έγραψα το σπίτι κι ένα χωραφάκι που 'χε ο πατέρας μου, φτωχιά γυναίκα ήτανε, εγώ τι να τα 'κανα."
 

Συνεχίζει, "Σαν τέλειωσα ματάρθα στην Αθήνα, από τότες δεν ματαπήγα στο χωριό. Η μάνα μου μ' αγάπαγε, τι να 'κανε; φτωχιά γυναίκα ήτανε, χήρα. Συνέχισα να 'χω το σπίτι μέχρι που σταμάτησα, είχα κουραστεί, είχα κάνει και το κουμάντο μου, είχα μαζώξει κάμποσα λεφτά. Να βάλω δυό λικεράκια να πιούμε; Το στόμα μου είναι τσαρούχι."
 

Έβαλε λικεράκια, τα ήπιαμε και σε λίγο έφυγα για το καμαράκι. Από καιρό μ' έτρωγε μιά ανησυχία, τι θα γινότανε η Ελενάρα, όταν θα τελείωνα τη σχολή, θα πήγαινα στο στρατό. Εγώ μετά θα έκανα οικογένεια, τα είχαμε συμφωνήσει με την Αννούλα. Έσπαγα το κεφάλι μου, τελικά αυτός που είπε ότι είμαστε γνήσιοι απόγονοι του Οδυσσέα του πολυμήχανου, είχε δίκιο. Βρήκα τη λύση αλλά δεν ήξερα αν θα δεχότανε η Ελενάρα. Κατέστρωσα λοιπόν ένα σχέδιο, μπορεί και να έπιανε. Πάω την άλλη 'μέρα επίτηδες αργά το απόγευμα στης Ελενάρας.  Δεν καθότανε στο μπαλκονάκι, τα είχε μαζέψει. Χτυπάω την πόρτα, μ' ανοίγει.
 

"Ελενάρα, ντύσου θα σε πάω στο Μοναστηράκι για παγωτό."
 

"Τέτοιαν ώρα, σε λίγο θα σκοτεινιάσει."
 

"Μη μου πεις ότι φοβάσαι το σκοτάδι, άντε ντύσου."
 

"Άστο ρε φιλαράκι για μιάν άλλη φορά."
 

"Είπα ντύσου."
 

Μου φάνηκε παράξενο δέχτηκε. Σηκώνεται, αρχίζει να ντύνεται, φοράει ένα ταγιεράκι μούρλια, πάει στον καθρέφτη, βάζει πατσουλί, κραγιόν και όλα τα σχετικά, πιάνει και τα μαλλιά της πίσω απ' το κεφάλι με την μαντάλα, γίνεται μιά κούκλα. Βγαίνουμε απ' το σπίτι. Κάνω να την πιάσω αγκαζέ, τραβιέται.
 

"Ε, 'μορφονιέ, αγκαζέ δεν έχω πιαστεί μ' άντρα μέχρι τα σήμερα."
 

Την πιάνω με το ζόρι, "σήμερα θα πιαστείς."
 

Τελικά δέχεται, δείχνει να της καλαρέσει. Το παίρνουμε με το πόδι, φτάνουμε στο Μοναστηράκι, τρώμε το παγωτό μας και γυρνάμε. Στην διαδρομή αλλά και στο ζαχαροπλαστείο όλοι την κοιτάγανε, ήτανε πολύ όμορφη παρά τα χρόνια της. Στον γυρισμό η Ελενάρα μελαγχόλησε. Όταν φτάσαμε στο σπίτι της μου λέει.
 

"Νυστάζεις ρε 'μορφονιέ;"
 

"Όχι γιατί;"
 

"Πάμε μέσα να πιούμε κάνα ποτάκι;"
 

Μπαίνουμε στο σπίτι, κάθομαι στο σαλονάκι, η Ελενάρα πιάνει ένα μπουκάλι και δυό ποτήρια.
 

"Τι είναι αυτό ρε Ελενάρα;"
 

"Βότκα, θα πιούμε για την περίσταση."
 

"Δεν βάζεις λίγο λικεράκι, η βότκα είναι σκέτο οινόπνευμα."
 

"Είπα θα πιούμε βότκα, μου 'δωσες σήμερα μιά μαχαιριά, πονάει."
 

"Εγώ σου έδωσα μαχαιριά, τι έκανα;"
 

"Θα σου πω αλλά αυτό πάει με βότκα."
 

Βάζει στα ποτηράκια, περίεργα φέρεται σκέφτομαι.
 

"Άντε γειά μας."
 

"Στην υγειά σου ρε Ελενάρα, τι μαχαιριές και κουραφέξαλα μου τσαμπουνάς;"
 

"Ρε 'μορφονιέ, ξέρεις τι μου 'κανες σήμερα;"
 

"Τι σου 'κανα ρε Ελενάρα, βολτίτσα σε πήγα, που 'ναι το κακό."
 

" 'Μορφονιέ, πρώτα θα πιούμε κάνα δυό ποτά και μετά θα μας λυθεί η γλώσσα, άντε άσπρο πάτο."
 

Πίνουμε το πρώτο, βάζει καπάκι δεύτερο. Η βότκα μου έκαψε το λαρύγκι.
 

"Εβίβα το δεύτερο, 'μορφονιέ, πιές το."
 

"Ρε Ελενάρα αυτό καίει σα καμίνι."
 

"Στην αρχή, μετά το συνιθάς, πιές το"
 

"Δηλαδή θές να με μεθύσεις; τι κακό έβαλες με το νού σου;"
 

"Κακό σε φιλαράκι δεν κάνω ποτές, παρ' το λόγο σου πίσω."
 

"Καλά, καλά, τον πήρα. Μιά χαρά ήμασταν, πήγαμε τη βόλτα μας, μιά χαρά. τι σ' έπιασε ξαφνικά;"
 

"Α ρε πανεπιστημιάκια δεν χαμπαριάζεις, ξέρεις τι φωτιά μ' άναψες απόψε;"
 

"Λέγε να δούμε που το πας."
 

Ανάβει ένα τσιγάρο, πίνει τρίτο ποτό. Θα μεθύσει και τι θα κάνω σκέφτηκα. Παίρνει βαθιά ανάσα.
 

"Απόψε, μ' έβγαλες έξω, με πήρες αγκαζέ, ξέρεις τι 'ναι αυτό για 'μένα; μου 'ξησες πληγή ανοιχτή."
 

"Σιγά ρε Ελενάρα, τι έπαθες;"
 

"Το ξέρεις ρε 'μορφονιέ ότι δεν έχω ματαπερπατήσει αγκαζέ με κανένανε; Έβλεπα τις κυράδες αγκαζέ με τους άντρες τους, παγαίνανε καμαρωτές καμαρωτές και ζήλευα. Το ξέρεις; Με περπάτησες αγκαζέ, μ' άρεσε πολύ αλλά είναι σα να μου 'βαλες αλάτι σ' ανοιχτή λαβωματιά ρε πανεπιστημιάκια, που 'ναι εδώ στην καρδιά. άντε γειά μας."
 

Βάζω κι εγώ μια βότκα, η Ελενάρα δείχνει πολύ αλλαγμένη.
 

"Τι μας πέρασες ρε 'μορφονιέ, πουτάνες ήμασταν, ψυχή δεν είχαμε; Τσιμεντώναμε την καρδιά για να μη πονάμε, εσύ απόψε το 'σπασες το τσιμέντο, τήνε άνοιξες την καρδιά μου στα δυό, πονάει ρε. Άντε γειά μας."
 

Ξαναβάζει βότκα στα ποτήρια, έχω ήδη ζαλιστεί δεν το σηκώνω το ποτό.
 

"Τι 'τανε μωρέ, να 'χα κι εγώ ένανε να με παγαίνει σεργιάνι αγκαζέ; κι εμένανε μάνα με γέννησε."
 

Αυτοί που λένε ότι το ποτό λύνει τη γλώσσα και βγάζεις τα εσώψυχά σου έχουν δίκιο. Έχω ήδη ζαλιστεί πολύ.
 

"Α ρε Ελενάρα, φαντάζομαι καμιά φορά, να 'μενα στην αυλή που νοίκιασες όταν ήρθες στην Αθήνα, να σ' άρπαζα απ' τα μαλλιά, να σε πήγαινα στο σπίτι μου, να σου 'βαζα στεφάνι, να σου 'κανα κουτσούβελα. τέτοια σκέφτομαι αλλά......."
 

Η Ελενάρα δακρύζει.
 

"Είσαι μεγάλη καρδιά ρε πανεπιστημιάκια, μη με πουλήσεις ποτές."
 

"Όχι ρε Ελενάρα, σ' αγαπάω, είσαι το φιλαράκι μου, τους φίλους μου δεν τους πουλάω."
 

Έχω ήδη ζαλιστεί πολύ, γλαρώνω, κλείνουνε τα μάτια μου. Η Ελενάρα το παίρνει χαμπάρι.
 

"Πάω να σου ψήσω ένα σκέτο καφέ, να συνέρθεις, με πήρανε και τα ζουμιά, να ρίξω λίγο νερό στη μούρη μου."
 

Με πήρε ο ύπνος δεν θυμάμαι τι έγινε μετά. Την άλλη 'μέρα το πρωί βρέθηκα στο σαλόνι της Ελενάρας, να κοιμάμαι στον καναπέ. Η Ελενάρα, μου είχε βγάλει τα παπούτσια, με είχε σκεπάσει να μην κρυώσω. Τα είχα κάνει θάλασσα, άλλο ήθελα να κάνω αλλού κατέληξε το πράμμα. Είχα καταφέρει όμως να την ξεκολλήσω απ' το σπίτι, να βγει έξω, στον κόσμο, κάτι ήταν κι αυτό. Δεν το έβαλα κάτω, έπρεπε σώνει και καλά να εφαρμόσω όλο το σχέδιο, πρέπει να το πάω λάου λάου που λένε οι μάγκες, να πιάσει το σχέδιο. Μετά από λίγες 'μέρες πάω στης Ελενάρας. Πήγα πιο νωρίς πριν προλάβει να κάνει καφέ και βγεί στο μπαλκονάκι. Χτυπάω την πόρτα. Μ' ανοίγει.
 

"Καλώς τ' ομορφόπαιδο, τώρα θα 'ψηνα καφεδάκι, κάτσε να πιούμε."
 

"Ρε Ελενάρα, πάμε καλύτερα στο ταρατσάκι που μένω, θα κάνει δροσούλα."
 

"Που μένεις; Είναι 'δω κοντά;"
 

"Είδες, τι σόι φίλη είσαι; τόσα χρόνια και δεν ξέρεις που μένω, εδώ κοντά είναι, στου κυρ' Πέτρου, απέναντι απ' την εκκλησία. Ντύσου να πάμε."
 

"Ποιανού κυρ' Πέτρου; Της χήρας με τ' όνομα; που 'χε την ταβέρνα;"
 

"Ναι, είναι φίλος μου, ανεβαίνει στο ταρατσάκι, πίνουμε που και που καφεδάκι, πάμε θα 'ναι όμορφα. Εσύ που τον ξέρεις τον κυρ' Πέτρο;"
 

"Τον ίδιονα δεν τόνε ξέρω, τόνε 'χω δει κάνα δυό φορές, δεν είχαμε παρτίδες, μου 'λεγε ιστορίες για τη μάνα του ο Βαγγέλας."
 

"Έλα, αργείς, τέλειωνε."
 

"Καλά, καλά, έτοιμ' είμαι πάμε."
 

Το κόβουμε με το πόδι, σε λίγο φτάνουμε, ανεβαίνουμε τη σιδερένια σκάλα, ο κυρ' Πέτρος μας πήρε χαμπάρι. Καθόμαστε στις πάνινες πολυθρόνες του κυρ' Πέτρου. Σε λίγο νάσου ανεβαίνει ο κυρ' Πέτρος. Καλησπέρα Μάκη, βλέπω έχεις παρεΐτσα. Καλοκοιτάει την Ελενάρα, εσένα της λέει κάπου σε ξέρω, Μεταξουργιώτισσα είσαι; Όχι του λέει η Ελενάρα, από χωριό είμαι αλλά μένω χρόνια και ζαμάνια στο Μεταξουργείο. Εγώ σε ξέρω είσαι γιος της μακαρίτισσας της χήρας, που 'χε την ταβέρνα. Πως σε λένε, ρωτάει ο κυρ' Πέτρος, Ελενάρα. Είσαι η Ελενάρα με τ' όνομα; Τι λες βρε παιδί μου, η Ελενάρα δεν το πιστεύω, πάω να ψήσω καφεδάκια δεν θ' αργήσω, να φέρω και μια πάνινη. Άσε κυρ' Πέτρο του λέω, θα φέρω εγώ μιά καρεκλίτσα απ' το καμαράκι. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η αντίδραση του κυρ' Πέτρου, ούτε τον πρωθυπουργό να γνώριζε. Κατεβαίνει ψήνει τα καφεδάκια κι έρχεται. Πίνουμε καφέ και λέμε διάφορα να περάσει η ώρα. Τους λέω για την πόλη μου, για την Αννούλα, για την Πάντειο. Σε λίγο τους λέω, καθίστε εσείς, εγώ πάω να πάρω σουβλάκια, να φάμε, εγώ κερνάω, να πάρω και μπυρίτσες να πιούμε. Δεν είπανε τίποτε, το σχέδιο φαίνεται να πήγαινε μιά χαρά. Σε λίγο έρχομαι με τα σουβλάκια και τις μπύρες. Η Ελενάρα κι ο κυρ' Πέτρος έχουνε αρχίσει τις παλιές ιστορίες. Καθήσαμε μέχρι αργά. Πέρασε η ώρα, λέει η Ελενάρα, πάω για το σπίτι. Να σε πάω της λέω, σιγά ρε 'μορφονιέ, θα με φάνε στο δρόμο; Καλά, όπως θες. Φεύγει κι ο κυρ' Πέτρος. Ξαπλώνω κι εγώ να κοιμηθώ. Το πρώτο μέρος του σχεδίου πήγε πολύ καλά. Να δω τώρα τι θα γίνει με το δεύτερο. Δεν χρειάστηκε όμως να προχωρήσω στο δεύτερο, η Ελενάρα με τον κυρ' Πέτρο τα βρήκανε, τακιμιάσανε που έλεγε και η Ελενάρα. Αρχίσανε τις επισκέψεις, μιά ερχότανε η Ελενάρα στο ταρατσάκι, μιά πήγαινε ο κυρ' Πέτρος στο μπαλκονάκι της Ελενάρας. Τα πηγαίνανε μιά χαρά, Ανακουφίστηκα, μου έφυγε η ανησυχία, τώρα η Ελενάρα θα έχει παρεΐτσα κι ο κυρ' Πέτρος δεν θα είναι μόνος του. Όλα πήγαν κατ' ευχήν.
Αρχίσανε οι εξετάσεις, πολύ διάβασμα, πολύ ξενύχτι, αραίωσα και τις επισκέψεις στης Ελενάρας. Ούτε αυτή ερχότανε στο ταρατσάκι, πήγαινε ο κυρ' Πέτρος στο σπίτι της, δεν θέλανε να μ' ενοχλούνε. Με καταλαβαίνανε, μου λέγανε, "στρώσ' το κώλο σου να γένεις άνθρωπος." Τελειώσανε οι εξετάσεις κι έφυγα για το σπίτι μου για διακοπές.
Τον επόμενο  Σεπτέμβρη ξανάρθα, ο κυρ Πέτρος κι η Ελενάρα κάνανε σαν τρελοί απ' τη χαρά τους. Κι εγώ χάρηκα, τους είχα συνηθίσει, μου έλειψαν. Μου έλειψε και η Ανθούλα. Πήγα την βρήκα, κανονίσαμε να έρθει στο καμαράκι. Πράγματι ήρθε, ο κυρ' Πέτρος μας είχε πήρε χαμπάρι που ερχόταν η Ανθούλα στο καμαράκι. Μια 'μέρα με ρώτησε, ποια είναι η ξανθούλα ρε Μάκη. Μια που σπουδάζουμε μαζί του είπα, έρχεται που και που και διαβάσουμε. Χαμογέλασε και μου είπε, "σιγά μην χάσετε καμιά οξεία." Ήτανε ξύπνιος ο κυρ' Πέτρος, χρόνια στην πιάτσα, δεν μπορούσες να τον ξεγελάσεις. Το μεσημέρι πήγα στο μαγέρικο να φάω, κοιτάω, πουθενά η Ελενάρα. Ρωτάω το γκαρσόνι, τώραααα μου λέει, έχει πολύ καιρό να φανεί. Πήγα το απόγευμα στο σπίτι της. Καθότανε στο μπαλκονάκι.

 

"Στάσου μιά στιγμούλα να σ' ανοίξω."
 

"Τι έγινε ρε Ελενάρα; Άλλαξες μαγέρικο;"

"Όχι ρε 'μορφονιέ, νοικοκυρεύτηκα, μαγερεύω σπίτι, θα 'ρχεσαι που και που να σου κάνω το τραπέζι; 'Eλα μέσα να σου ψήσω καφεδάκι."
 

Μπαίνω στο σαλονάκι, πουθενά οι φωτογραφίες.
 

"Τι έγινε, που πήγαν οι φωτογραφίες;"
 

"Τις ξεκόλλησα, τις έχω στο συρτάρι."
 

"Πολλές αλλαγές βλέπω ρε Ελενάρα, τι έγινε;"
 

"Τα 'σβησα τα τεμπεσίρια τα παλιά, τώρα βγαίνω όξω, πάω βόλτες, πάω και για παγωτό στο μοναστηράκι, νισάφι, μ' έφαγε η μοναξιά τόσα χρόνια. Κάνω παρεΐτσα με τον κυρ' Πέτρο. Καλό ανθρωπάκι, μου 'ξηγήθηκε με την πρώτη, Ελενάρα μου 'πε, εγώ θέλω να 'μαστε μαζί, όχι για κρεβάτια και τέτοια, γέρασα γιαυτά, να κάνουμε παρεΐτσα, να 'χουμε ο ένας τον άλλονε συντροφιά. Δέχτηκα αλλά του 'πα, εσύ  θα μένεις σπίτι σου κι εγώ στο δικό μου. Συμφώνησε, τα πάμε μιά χαρά, πάμε τις βόλτες μας, τις προάλλες πήγαμε και σ' ένα ταβερνάκι. Κάνουμε και καμιά γιορτή σαν ανθρώποι."
 

Πως περνάει ο καιρός, τέλειωσαν οι εξετάσεις, πήρα το δίπλωμα, αρραβωνιάστηκα με την Αννούλα, φεύγω για το στρατιωτικό. Πέρασα απ' της Ελενάρας, καθότανε μόνη της στο μπαλκόνι, που είναι ο κυρ' Πέτρος τη ρώτησα. "Έχει πεταχτεί μέχρι τον Περαία, να πάρει κάνα ψαράκι, μου απάντησε. Κάτσε όπου να 'ναι θα 'ρθει. Κάθισα, ήρθε ο κυρ' Πέτρος, τους χαιρέτησα, καλή θητεία μου είπε ο κυρ' Πέτρος. Πέρασε ο καιρός, τέλειωσα το στρατιωτικό, έκανα μιά αίτηση στην τράπεζα που δούλευε η Αννούλα. Σε λίγους μήνες ήρθε ο διορισμός, ο πατέρας της Αννούλας είχε καθαρίσει, ήτανε στα μέσα και στα έξω. Έπιασα δουλειά σε υποκατάστημα στον Πειραιά. Παντρεύτηκα με την Αννούλα, ήρθανε στον γάμο η Ελενάρα με τον κυρ' Πέτρο. Η καθημερινότητα, τα άγχη, η δουλειά σε πνίγουν, σε αποξενώνουν, είχα πολύ καιρό να πάω να δω την Ελενάρα και τον κυρ' Πέτρο. Μέναμε στην Καλλιθέα, μας είχε αγοράσει ο πατέρας της Αννούλας ένα σπίτι, μια μονοκατοικία. Η Αννούλα, καθαρίζοντας μια 'μέρα το γραφειάκι μου στο σπίτι μας, βρήκε το τετράδιο που έγραφα όσα μου έλεγε η Ελενάρα. Έρχεται και με ρωτάει, τι τετράδιο είναι αυτό, της εξηγώ, με ρωτάει να το διαβάσω; Άμα θέλεις, διάβασέ το. Το διάβασε και μου λέει, αλήθειες γράφεις Μάκη μου στο τετράδιο ή τα φαντάστηκες. Αλήθειες, η Ελενάρα ήταν φίλη μου στο Μεταξουργείο όταν σπούδαζα. Ήτανε και στο γάμο. Θέλω να την γνωρίσω  μου λέει. Τα έχασα, η Αννούλα θέλει να γνωρίσει την Ελενάρα, μου φάνηκε πολύ παράξενο. Εντάξει της είπα, να πάμε την Κυριακή το πρωί, να πιούμε καφεδάκι να τη δω κιόλας, έχω πολύ καιρό να πάω. Έτσι κι έγινε. Η Ελενάρα κάθεται στο μπαλκονάκι της. Πλησιάζω , έχω πει στην Αννούλα να περιμένει στην πόρτα, μην τη δει η Ελενάρα.
 

"Καλημέρα Ελενάρα."
 

"Καλώς τονε το 'μορφονιό. Παντρεύτηκες και με ξέχασες. Στάσου να σ' ανοίξω."
 

"Όχι ρε Ελενάρα και σε ξέχασα, δεν είμαι μόνος μου έχω και παρέα. Ο κυρ' Πέτρος που είναι;"
 

"Έλα μαζί με την παρέα σου, ανοίγω, ο κυρ' Πέτρος είναι στον καφενέ."
 

Η Ελενάρα ανοίγει την πόρτα, βλέπει την Αννούλα, την αγκαλιάζει.
 

"Φτού σου κοπελάρα μου, ρε 'μορφονιέ, κούκλα πήρες. Να ζήσετε,  κάντε κάνα κουτσούβελο, τι περιμένετε, να σιτέψετε;"
 

"Η Αννούλα είναι έγκυος , τώρα στρώσανε και τα οικονομικά μας."
 

"Άντε με το καλό, ρε 'μορφονιέ, άμα γεννηθεί το μωρό, να μου φέρεις φωτογραφίες. Καθίστε, τι στέκεστε, όσο πήρατε, πήρατε δεν ψηλώνετ' άλλο. Πάω να σας ψήσω καφεδάκια."
 

Καθήσαμε, η Αννούλα βομβάρδισε με ερωτήσεις την Ελενάρα, της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ζωή της.
 

"Ρε 'μορφονιέ, η κυρά σου είναι χειρότερη από 'σένανε, θέλει να τα μάθει ούλα σε μιά 'μέρα."
 

Ήπιαμε το καφεδάκι, πέρασε κι η ώρα, φύγαμε. Στον δρόμο η Αννούλα μου έλεγε τις εντυπώσεις της. Είχε συμπαθήσει την Ελενάρα. Πρέπει να είναι πολύ πονεμένη γυναίκα μου είπε. Να ερχόμαστε να την βλέπουμε, το ευχαριστήθηκε που μας είδε σήμερα. Συμφώνησα, το ότι παντρεύτηκα δεν σήμαινε ότι θα ξεχνούσα την Ελενάρα, ήταν φίλη μου. Πέρασε ο καιρός, δώσαμε το σπίτι μας στην Καλλιθέα αντιπαροχή, πήραμε δύο διαμερίσματα και ένα μαγαζί. Τα οικονομικά μας καλυτέρευσαν πολύ, γέννησε και η Αννούλα, έγινα πατέρας, κάναμε ένα κοριτσάκι. Ήρθε η μάνα μου για να βοηθήσει την Αννούλα. Είχα κι εγώ άδεια απ' τη δουλειά. Το πρωί της Δευτέρας ήρθε και η πεθερά μου. Αρχίσανε τις δουλειές με τη μάνα μου, κάνανε μπάνιο και το μωρό. Γυναικοκρατία στο σπίτι. Νοιώθω άχρηστος και αποφασίζω να πάω στης Ελενάρας, να της πάω και φωτογραφίες με το μωρό, μην γκρινιάζει. Φτάνω στο σπίτι της.
 

"Καλημέρα Ελενάρα."
 

"Βρε βρε σαν τα χιόνια, έλα μέσα."
 

"Σου 'φερα φωτογραφίες μη νομίσεις ότι το ξέχασα."
 

Της δείχνω τις φωτογραφίες, τρελάθηκε, τις φίλαγε μία μία. Έψησε ένα καφέ και καθήσαμε στο μπαλκονάκι.
 

"Καλά που 'ρθες, γιατί θα 'στελνα τον κυρ' Πέτρο να σε βρεί."
 

"Γιατί; πάθατε τίποτε;"
 

"Όχι, θα στα πω. Αποφάσισα, δηλαδή αποφασίσαμε με τον κυρ' Πέτρο να βάλουμε στεφάνι."
 

"Μπράβο ρε Ελενάρα, η ώρα η καλή και καλούς απογόνους."
 

"Να σου δώσω καμιά 'ξανάστροφη να δεις."
 

"Έλα ρε Ελενάρα σε πειράζω, για λέγε."
 

"Να, με τον κυρ' Πέτρο τα 'χουμε βρει, τώρα κοιμόμαστε μαζί, στην αρχή ήτανε πολύ παράξενα, δεν είχα ματακοιμηθεί με άντρα. Σιγά σιγά το συνήθισα. Περνάμε μιά χαρά. Ξαπλάρουμε, βλέπουμε στο χαζοκούτι καμιά ταινία, καλά περνάμε."
 

"Θα μου πεις τώρα, τι τρέλα σ' έπιασε στα γεροντάματα και θες στεφάνι."
 

"Έχω λόγο, σαν ήμουνα μικρούλα, μας μάζευε η παπαδιά στο χωριό, μας μάθαινε γράμματα και μας έλεγε ιστορίες. Μιά 'μέρα μας είπε. Σαν πεθάνει ο άνθρωπος, τον περιμένουνε εκεί 'πάνω οι πεθαμένοι φίλοι, γνωστοί και συγγενολόι. Είναι ούλοι τους στην σειρά. Περνάς μπροστά απ' τον καθένανε. Άμα του 'χες τάξει κάτι όσο ζούσε και δεν του το 'χες κάνει σ' έφτυνε στα μούτρα."
 

Συνεχίζει, "Γιαυτό θέλω να στεφανωθώ, σαν πεθάνω να 'χω το στεφανοχάρτι να το δείξω στη μάνα μου, το 'χε μαράζι να με δει στεφανωμένη, της το 'χα τάξει κι εγώ . Δεν θέλω να με φτύσει στη μούρη, κατάλαβες;"
 

"Έλα ρε Ελενάρα, τα πιστεύεις αυτά;"
 

"Καλά, λέγε εσύ, ας έχω 'γώ το στεφανοχάρτι, που ξέρεις μπορεί  να 'ναι αλήθεια."
 

"Ελενάρα δεν πιστεύω να έχετε βρει κουμπάρο, εγώ θα σας στεφανώσω."
 

"Σάματις έχουμε και κανένανε. Εσένανε θέλει κι ο κυρ' Πέτρος."
 

"Για πότε το κανονίσατε;"
 

"Δεν κανονίσαμε τίποτις ακόμα, περιμέναμε 'σένανε."
 

"Να περιμένουμε λίγο, να μεγαλώσει και το μωρό, να είναι παρανυφάκι στον γάμο."
 

"Όπως θες, κανόνισέ τα εσύ, κάνε κουβέντα με τον κυρ' Πέτρο. Όπου να 'ναι θα 'ρθει απ' τον καφενέ."
 

Ήρθε ο κυρ' Πέτρος απ' το καφενείο. Κανονίσαμε τις λεπτομέρειες. 
Ο γάμος θα γινότανε σε ένα μικρό εκλησάκι που ήξερα, μέσα στα πεύκα. Θα είμαστε μόνο η Ελενάρα, ο κυρ' Πέτρος, εγώ, η Αννούλα και το μωρό μας παρανυφάκι. Έτσι κι έγινε. Ο γάμος είχε όλα τα τυπικά. Εγώ με το δικό μου αυτοκίνητο πήρα τον γαμπρό και η Αννούλα με του πατέρα της πήρε τη νύφη. Το παρακάνανε στις βόλτες, εμείς περιμέναμε με τον κυρ' Πέτρο, γελούσαμε, ο κυρ' Πέτρος ήταν στα κέφια του. Σαν αξιωθήκανε και φτάσανε στο εκκλησάκι, μπήκαμε μέσα και άρχισε το μυστήριο. Ο κυρ' Πέτρος φορούσε ένα γκρί κουστούμι, ήτανε πολύ σένιος, όπως έλεγε. Η Ελενάρα φορούσε ένα ζαχαρί ταγιέρ, η φούστα ήτανε μέχρι το γόνατο, η ζακέτα ήτανε μεσάτη. Σκέτη κούκλα.
Στην επίμαχη φράση του παπά, "και η γυνή να φοβήτε τον άνδρα", η Αννούλα ψιθύρισε στην Ελενάρα, πάτα του το πόδι. Τίποτε η Ελενάρα. Ο κυρ' Πέτρος της λέει, πάτα το ρε Ελενάρα, έθιμο είναι, να γίνει σωστός ο γάμος. Τίποτε η Ελενάρα. Πάτα το ο ένας, πάτα το ο άλλος, μπαίνει στη μέση ο παπάς, πάτα το κυρά μου της λέει, να συνεχίσω το μυστήριο. Η Ελενάρα τελικά πάτησε το πόδι του κυρ' Πέτρου.
Όταν τέλειωσε το μυστήριο, η Αννούλα πήρε το μωρό μας και το πήγε στη μάνα της. Εγώ πήρα τους νεόνυμφους και πήγαμε σε μιά ταβέρνα με μουσική. Σε λίγο ήρθε κι η Αννούλα. Η Ελενάρα γελούσε συνέχεια, φαινότανε πολύ ευτυχισμένη, το πρόσωπό της έλαμπε. Ήτανε πολύ όμορφη. Το ίδιο κι ο κυρ' Πέτρος. Φάγαμε, ήπιαμε, χορέψαμε και ήρθε η ώρα να φύγουμε. Ελενάρα της λέω, πάμε; Με αγριοκοιτάζει και μου λέει. Κομμένο το Ελενάρα, κυρία Ελένη θα με λες κι εγώ θα σε λέω Γεράσιμο. Καλά, καλά κυρία Ελένη σου χάλασα ποτέ χατήρι.

 

Πέρασαν τα χρόνια, η Ελενάρα πέθανε, της είχε σακατέψει τα πνευμόνια το τσιγάρο. Πήγαμε με την Αννούλα στην κηδεία της. Πρώτα πέρασα απ' το σπίτι της, πήρα το στιλέτο, το γράμμα, τα μαντηλάκια και το στεφανοχάρτι. Στην εκκλησία,  τα έβαλα με τρόπο μέσα στο φέρετρο.
Ήθελα αν τελικά συναντούσε την αγριόφατσα, να έχει μαζί της το στιλέτο. Αν συναντούσε τη μάνα της, να έχει μαζί της το στεφανοχάρτι, να της το δείξει, μη και την έφτυνε στα μούτρα. Το γράμμα και τα μαντηλάκια της τα έβαλα για να κάνουνε τους λογαριασμούς με τη μάνα της. Την κοίταζα, ήτανε ήρεμη μέσα στο φέρετρο, ήτανε ακόμη και πεθαμένη πολύ όμορφη, παναθεμά την.
Πέρασε κάμποσος καιρός και μία 'μέρα δέχομαι στην τράπεζα μία επίσκεψη. Ήταν ο κυρ' Πέτρος. Τον καλωσόρισα, τον κέρασα καφεδάκι.

 

"Μάκη παιδί μου, θέλω μιά 'μέρα να πάμε σε συμβολαιογράφο."
 

"Τι να κάνουμε εκεί κυρ' Πέτρο;"
 

"Έχω εντολή απ' την Ελενάρα, να σου γράψω το σπίτι της. Μου είπε πριν πεθάνει ότι σε θεωρούσε δικό της άνθρωπο."
 

"Τι λες κυρ' Πέτρο, το σπίτι τώρα είναι δικό σου."
 

"Τι να το κάνω εγώ Μάκη παιδί μου, πρέπει να στο γράψω γιατί όταν πάω εκεί πάνω θα με περιμένει η Ελενάρα με καμιά παντόφλα. Έτσι μου είπε, έτσι θα κάνω. Με την ευκαιρία θα σου γράψω και το δικό μου, να το πάρεις αφού πεθάνω."
 

"Κυρ' Πέτρο, καλύτερα να τα κρατήσεις εσύ τα σπίτια, γέρος άνθρωπος είσαι, το σπίτι της Ελενάρας νοίκιασέ το, να έχεις άνεση, μην στριμώχνεσαι."
 

"Σου είπα, έχω εντολή απ' την Ελενάρα, αν δεν στα γράψω ποιος θα τα πάρει; το κράτος; δεν έχω κανένα συγγενή στη ζωή. Η Ελενάρα μου άφησε πολλά λεφτά, τα 'χε για τα γεράματά της. Μου φτάνουνε και περ'σεύουνε. Έτσι θα γίνει."
 

"Καλά κυρ' Πέτρο, ας γίνει όπως θέλεις. Μια 'μέρα θα συνεννοηθώ με ένα συμβολαιογράφο και θα σε ειδοποιήσω."
 

Έτσι και έγινε. Ο κυρ' Πέτρος μου έγραψε τα δύο σπίτια. Σε ανάμνηση της Ελενάρας το σπίτι της το νοίκιαζα με πολύ χαμηλό νοίκι σε φτωχόπαιδα, φοιτητές που έρχονταν απ' την επαρχία. Λίγους μήνες μετά έφυγε και ο κυρ' Πέτρος απ' την ζωή. Στεναχωρήθηκα, στο βάθος όμως ένοιωθα ικανοποίηση. Είχα φέρει σε επαφή δυο ανθρώπους πολύ ταλαιπωρημένους και πονεμένους. Στα νειάτα τους έκαναν λάθη, η ζωή τους ήταν πολύ σκληρή, τουλάχιστον έζησαν λίγα χρόνια μαζί και ευτυχισμένοι στα γεράματά τους.

============================================



                                        Επίλογος.
 ============================================

Σαν σμίξουν δυο ναυάγια, μπορεί να γεννηθεί μιά ευτυχία.-

==============================================

Για την αναδημοσίευση απαιτείται έγγραφη άδεια του πνευματικού ιδιοκτήτη της παρούσης μυθοπλασίας. Για περισσότερες επεξηγήσεις επικοινωνείστε με τον "Κλεισθένη" στην φόρμα επικοινωνίας.

1 σχόλιο:

  1. Μακαρι ναχαμε την τυχη σ'αυτη τη ζωη να διαβαζαμε συνεχεια τετοιες καταθεσεις ψυχης, γραμμενα απ'το χερι ανθρωπων σκετα διαμαντια!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή